Ὅστις λοιπὸν βλέπει τοιαῦτα θαυμάσια καὶ δὲν καταφρονήσῃ πρόσκαιρον δόξαν καὶ βασιλείαν ἐπίγειον καὶ πᾶσαν σωματικὴν ἡδυπάθειαν, διὰ νὰ γίνῃ φίλος τοιούτου Θεοῦ, νὰ φωτίζῃ τυφλούς, νὰ ἀνιστᾷ νεκρούς, νὰ μετακινῇ τὰ ὄρη καὶ νὰ μεταπλάττῃ ὅλην τὴν κτίσιν ὡς βούλεται καί, τὸ ἀκριβέστερον, νὰ εἶναι βέβαιος, ὅτι μέλλει νὰ βασιλεύῃ αἰώνια καὶ αὐτὸς δὲν ἐκτιμήσῃ τοιαῦτα χαρίσματα, ὁ τοιοῦτος κατ’ ἀλήθειαν εἶναι μωρὸς καὶ ἀνόητος, κἂν ἔπαρχος εἶναι, κἂν βασιλεύς, διότι δὲν γνωρίζει τὸ ὄφελός του. Διὰ ταύτην τὴν αἰτίαν καὶ ἐγὼ ἐβδελύχθην τοὺς μύθους καὶ τοὺς θεούς σας καὶ ὅλην τὴν φαινομένην εὐδαιμονίαν ἀπαρνησάμενος προσέδραμον εἰς τὸν Χριστὸν καὶ ἠγάπησα μᾶλλον νὰ εἶμαι κακοδαίμων, καθὼς μὲ εἶπες καὶ ἀνόητος. Ἰδοὺ ἤκουσας ἐξ ἡμῶν τὰ ἰδικά μας καὶ ἐὰν θέλῃς νὰ τὰ γνωρίσῃς καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν, μὴ ἀμελήσῃς, ἀλλὰ συλλογίσθητι νὰ μᾶς δώσῃς τὴν δεινοτέραν βάσανον, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ εὕρῃ ἀνθρώπινος νοῦς. Βάλε θηρία νὰ μᾶς ἀναλώσουν, ρίψε μας εἰς κρημνούς, βύθισόν μας εἰς τὴν θάλασσαν, κατάχωσέ μας εἰς τὴν γῆν, κατάκαυσόν μας εἰς πῦρ, κόπτε μὲ μαχαίρας τὰ μέλη μας καὶ μεταχειρίσου ἐναντίον μας πᾶσαν ἄλλην τιμωρίαν, καθὼς καὶ ἐγὼ πρωτύτερα, ὅταν ἤμην τυφλὸς ὡς σύ, ἔκαμα πρὸς τοῦτον τὸν μέγαν φωστῆρα καὶ ἄμισθον διδάσκαλον Μηνᾶν, ὅστις μὲ ἐχειραγώγησε πρὸς τὴν ἀλήθειαν».
Ὁ μὲν λαὸς λοιπὸν ἐθαύμασε τὴν παρρησίαν τοῦ Ἑρμογένους, τὴν ἀνδρείαν καὶ τὴν εἰς τὸ λέγειν σοφίαν καὶ μάθησιν. Ὁ δὲ βασιλεύς, μὴ δυνάμενος νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὰ λεγόμενα, διότι ὅλος ὁ λαὸς ἦσαν μάρτυρες καὶ τὸ θαῦμα φανερὸν ἀφ’ ἑαυτοῦ καὶ βάλλων κατὰ νοῦν, ὅτι ἐὰν τὸν ἀφήσῃ νὰ μακραίνῃ τὸν λόγον ἀκόμη, θέλουν ἐλεγχθῆ οἱ θεοί του καὶ αὐτὸς θὰ καταισχυνθῇ περισσότερον, εἶχεν ἀπορίαν καὶ λύπην πολλήν. Ὅθεν προστάσσει νὰ κόψουν τὰς χεῖρας τοῦ Ἑρμογένους ἀπὸ τὸν ὦμον καὶ τοὺς πόδας του ἀπὸ τὰ γόνατα καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς τὴν ἐσχάραν ἔμπροσθεν αὐτοῦ νὰ τὰ ψήσωσιν. Ἔπειτα νὰ σχίσωσι τὴν κοιλίαν του μὲ κοντάρια, νὰ χυθοῦν ὅλα τὰ ἐντόσθια καὶ τὸ ἐπίλοιπον τοῦ σώματος νὰ ρίψουν εἰς τὸν ποταμόν. Τότε οἱ ἄσπλαγχνοι δήμιοι, ἁρπάσαντες τὸν Ἅγιον, ἔκοψαν μὲ τὰ ξίφη ἀνηλεῶς τὰς χεῖρας καὶ τοὺς πόδας του. Ἐκεῖνος δὲ ἠτόνισεν ἀπὸ τοὺς πόνους καὶ ἀπέκαμεν, ὅμως ὑπέμενε μὲ πολλὴν καρτερίαν ἀνδρείως, ὡς νὰ ἔβλεπεν ἄλλον τιμωρούμενον καὶ ὄχι ἑαυτόν. Ὅταν δὲ εἶδε τὰ μέλη του καὶ ἐκαίοντο, ἔλαβεν ἄνεσιν καὶ εὐφροσύνην ψυχικήν, λέγων·