Τὴν ἑπομένην συνήχθη ὅλη ἡ πόλις, νὰ ἴδωσι τὶ μέλλει νὰ γίνῃ. Ὅταν δὲ ἔφεραν τοὺς Ἁγίους ἰδὼν αὐτοὺς ὁ βασιλεύς, ἐβόησε λέγων· «Τί εἶναι τοῦτο, θεοὶ παντοδύναμοι; Νὰ τιμήσω αὐτὸν τὸν πλάνον, νὰ τὸν ἀξιώσω τοσαύτης προνοίας καὶ νὰ τοῦ ἐμπιστευθῶ τὰς πρώτας ἀρχάς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλον τινὰ δὲν ἔκαμα, καὶ αὐτὸς νὰ γίνῃ πρὸς ἐμὲ τοσοῦτον ἀχάριστος καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς τοσαύτην ἀφροσύνην, ὥστε νὰ κόψῃ τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του καὶ νὰ γίνῃ ὡς τοὺς μίμους, οἵτινες παρακινοῦν μὲ τὰς κωμῳδίας των τοὺς ἀνθρώπους εἰς γέλωτα;». Οὕτως εἰπών, ἐστράφη πρὸς τὸν Ἑρμογένη καὶ λέγει πρὸς αὐτόν· «Εἰπέ μοι, δύστηχε, διατί σοῦ ἔδωσα τὴν ἐξουσίαν γῆς καὶ θαλάσσης καὶ σὲ ἔκαμα ἔπαρχον ἰσόβιον; Ἐγὼ σὲ ἐδόξασα, διότι ἦσο εὐλαβὴς καὶ εὐγνώμων πρὸς τοὺς θεοὺς καὶ ἤλπιζα ὅτι δὲν ἤθελες ποτὲ ἀρνηθῆ αὐτούς, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν ἤθελε σοῦ συμβῆ. Ἤλπιζα ἀκόμη ὅτι χάρις εἰς τὴν γνῶσίν σου θὰ ἐπανέφερες τοῦτον τὸν λόγιον καὶ σοφὸν ἄνδρα ἀπὸ τὴν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν ὠλίσθησε καὶ θὰ τὸν ἀποκαθίστας εἰς τὴν πάτριόν του θρησκείαν. Σὺ ὅμως τί εἶδες; Τί ἔπαθες καὶ συνεκοινώνησες εἰς τὴν κακοδοξίαν αὐτοῦ, κουρεύσας μάλιστα τὴν κεφαλήν, ἀνόητε, ὡς νὰ εἶσαι μῖμος τοῦ θεάτρου καὶ γελοῖος;».
Ταῦτα εἶπεν ὁ Μαξιμῖνος μὲ πολὺν θυμὸν καὶ ὀργὴν ἀμέτρητον, ἐκοίταζε δὲ αὐτοὺς μὲ ἀγρίαν καὶ θηριώδη ὄψιν, διὰ νὰ τοὺς φοβίσῃ καὶ νὰ ἐπιστρέψουν ταχέως εἰς τὴν γνώμην του. Ἀλλ’ ὁ ἐλεήμων καὶ ταχὺς εἰς βοήθειαν Θεὸς ἔστειλε δύο Ἀγγέλους νὰ τοὺς δώσουν θάρρος, εἶπον δὲ οὗτοι πρὸς αὐτούς· «Μὴ φοβηθῆτε τὴν ὀργὴν τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ πολεμήσετε αὐτὸν ἀνδρείως καὶ θὰ τὸν νικήσητε· ὁ Θεὸς θέλει σᾶς δώσει τὴν δύναμιν». Τότε ἀπεκρίθη ὁ Ἑρμογένης καὶ τοῦ λέγει· «Ἐὰν ἔχῃς ὀλίγην ὑπομονήν, σοφώτατε βασιλεῦ, θέλω σοῦ εἴπει τὴν αἰτίαν, ἥτις μὲ ἠνάγκασε καὶ κατεφρόνησα τὰς εὐδαιμονίας σου καὶ τὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας, καθὼς λέγεις, μὲ ἠξίωσας, καὶ ἦλθον πρόθυμος εἰς τοιαύτην τύχην, ὥστε νὰ φαίνωμαι μωρός, πτωχός, ἄτιμος καὶ γελοῖος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, νὰ ὀνομάζωμαι δοῦλος Χριστοῦ, ἄγνωστος καὶ πλάνος ἑκουσίως καὶ μὲ τὸ θέλημά μου. Ὄχι δὲ μόνον ταῦτα, ἀλλὰ καὶ νὰ εἶμαι ἕτοιμος νὰ καταφρονήσω καὶ ξίφος καὶ πῦρ καὶ θηρία καὶ νὰ διψῶ δι’ ἀγάπην Χριστοῦ τὸν θάνατον μᾶλλον ἢ τὴν ζωήν. Εἰς τοῦτο θέλουν μαρτυρήσει καὶ ὅλοι οὗτοι, οἵτινες εἶδον ὀφθαλμοφανῶς ὅσα πρόκειται νὰ εἴπω· μάλιστα καὶ μόνος σου θὰ τὰ ἴδῃς, ἐὰν θέλῃς, σήμερον. Δὲν θέλω δὲ εἴπει παρὰ μόνην τὴν ἀλήθειαν». Λέγει πρὸς αὐτὸν ὁ βασιλεύς· «Αὐτὸ ποθῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἀκούσω».