Τότε λέγει ὁ Ἅγιος· «Ἐγώ, κράτιστε βασιλεῦ, ἤμην πολὺ ἠγριωμένος κατὰ τοῦ Χριστοῦ καὶ μὲ πολὺν πόθον ἐλάτρευον τοὺς νομιζομένους θεοὺς καὶ ἐδούλευον εἰς τὴν βασιλείαν σου ἐπιμελῶς, καθὼς τὸ γνωρίζεις. Ἐλθὼν δὲ μὲ φαντασίαν μεγάλην εἰς τὴν χώραν ταύτην, ἠγωνίσθην πολὺ μὲ κολακείας καὶ ἀπειλὰς νὰ φέρω τὸν ἄνθρωπον τοῦτον εἰς τὴν δυσσέβειαν τῶν πατέρων μας, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην, μάρτυς τῶν λόγων μου εἶναι ὅλος ὁ λαός, ὅστις γνωρίζει πόσα ἔκαμα διὰ νὰ τὸν ἀπομακρύνω ἀπὸ τὴν εὐσέβειαν· διότι δὲν ἐγνώριζα ὁ ἄφρων, ὅτι οὗτος ἦτο ἀμετάβλητος εἰς τὴν Πίστιν του, ἔχων τὴν γλῶσσαν πεπαρρησιασμένην καὶ ἀνίκητον εἰς τὰς ἀποκρίσεις καὶ τὴν ψυχὴν ἕτοιμον νὰ ὑποστῇ πᾶσαν μᾶλλον τιμωρίαν καὶ βάσανον παρὰ νὰ ἀρνηθῇ τὸν Χριστόν. Τέλος δέ, διὰ νὰ ἀφήσω τὰ περιττά, βλέπων ὅτι οὐδόλως ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψιν του τὸ κράτος καὶ τὴν ἐξουσίαν μου, ἀλλ’ ἀντιλέγων ἤλεγχε τοὺς θεούς, ἐπρόσταξα νὰ κόψουν τὰ πέλματα τῶν ποδῶν του, νὰ ἀποσπάσουν τὴν γλῶσσάν του καὶ νὰ ἐκβάλουν τοὺς ὀφθαλμούς του. Καὶ οἱ μὲν δήμιοι ἐξετέλεσαν τὰ προσταχθέντα, αὐτὸς δὲ ἔμεινεν ὡς νεκρὸς κατὰ τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν καὶ τὸν ἔρριψαν εἰς τὴν φυλακήν. Ὅμως, διὰ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ὕστερα τὸν ἐλυπήθην καὶ ἐγὼ καὶ ἐπόνεσεν ἡ ψυχή μου, διότι ἀπωλέσθη τοιοῦτος σοφώτατος ἄνθρωπος, νομίζων ὅτι ἀπέθανε. Τὸ πρωῒ στέλλω νὰ φέρουν τὸ λείψανόν του, διὰ νὰ τὸν θάψωμεν τοὐλάχιστον καθὼς πρέπει. Ὅταν ὅμως ἦλθε καὶ εἶδον αὐτὸν ὑγιᾶ, μὲ ὀφθαλμοὺς καὶ πόδας, καὶ ἤκουσα τὴν κεκομμένην γλῶσσαν του νὰ διαλέγεται σοφώτατα καὶ νὰ ὁμιλῇ γλυκύτατα, ἐνόμιζα ὅτι ἔβλεπον ὄνειρον καὶ τρίψας τοὺς ὀφθαλμούς, μήπως εἶναι φάντασμα, ἐπήδησα ἐκ τοῦ θρόνου καὶ ψηλαφήσας ἐγνώρισα ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ Μηνᾶς. Τότε ἐνικήθην ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἔχων ἀψευδῆ μάρτυρα τὴν συνείδησιν· ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ αὐτὸς εἶναι παρὼν καὶ ὁ λαὸς ὅστις παρηκολούθησε τὰς τιμωρίας. Ἐρεύνησον λοιπὸν καὶ σὺ τὸ θαῦμα, ὡς θέλεις, διὰ νὰ τὸ ἴδῃς μὲ τοὺς ὀφθαλμούς σου».
Ταῦτα εἰπὼν ὁ Ἅγιος ἠρώτησε τὸν βασιλέα· «Εἰπέ μοι λοιπὸν καὶ σύ, βασιλεῦ, εἶδε τίς ποτε τοὺς θεούς σας νὰ τελέσουν τοιαῦτα θαυμάσια, καθὼς εἶδα ἐγὼ τὸν Χριστὸν ἀναπλάσαντα καὶ ψυχώσαντα ἐξαίφνης ὅλον τὸν ἄνθρωπον; Ὅθεν ἀπὸ τοῦτο ἂς γνωρίσῃ ἕκαστος τὴν δύναμιν Αὐτοῦ, διότι, ἐὰν δὲν ἦτο Θεός, δὲν θὰ ἐποίει τοιαῦτα ἐξαίσια πράγματα.