Τῇ Ι’ (10ῃ) τοῦ αὐτοῦ μηνὸς μνήμη τῶν Ἁγίων Μαρτύρων ΜΗΝΑ τοῦ Καλλικελάδου, ΕΡΜΟΓΕΝΟΥΣ καὶ ΕΥΓΡΑΦΟΥ.

Ἀφοῦ δὲ ἔφθασαν εἰς τὴν φυλακήν, ἠνοίχθησαν αἱ θύραι αὐτῆς μὲ δύναμιν θεϊκήν, διαλυθέντων τῶν κλείθρων. Ὁ δὲ μακάριος Ἑρμογένης, κατανοήσας ἑαυτὸν καὶ θαυμάζων πῶς ἔγινεν ἡ ἀναβίωσίς του, ἐθαύμαζε βλέπων καὶ τὸν μακάριον Μηνᾶν οὕτως ἄπνουν κρεμάμενον καὶ κατανοῶν τὴν φοβερὰν ἐκείνην βάσανον, ἐτρόμαζεν, ὅτι ἦσαν σχεδὸν ἐξηρθρωμένα πάντα τὰ μέλη ἀπὸ τὴν θέσιν των. Οἱ δὲ Ἄγγελοι εἶπον εἰς τὸν Ἑρμογένην· «Μὴ εἶσαι σκυθρωπός, ἀλλὰ πρόσεχε, τὶ μέλλει νὰ κάμωμεν». Τότε πλησιάζουν μὲ εὐλάβειαν εἰς τὸν Ἅγιον καὶ ἀφοῦ προσήρμοσαν τὰ μέλη του εἰς τὰς ἁρμονίας αὐτῶν, εὐλογήσαντες ἀνέστησαν αὐτόν. Τότε μετεστράφη ἡ λύπη τοῦ Ἑρμογένους εἰς χαρὰν καὶ ἀγαλλίασιν, ἔμειναν δὲ οἱ Ἄγγελοι ὁμοῦ μετ’ αὐτῶν ἕως τὴν ὥραν τοῦ ὄρθρου, ὁμιλοῦντες θαυμαστὰ πράγματα περὶ τῆς τοῦ Χριστοῦ Βασιλείας καὶ τῆς αἰωνίου μακαριότητος. Ἔπειτα τοὺς ἐνίσχυσαν περισσότερον πρὸς τοὺς κινδύνους, παρακινοῦντες αὐτοὺς νὰ μὴ ὀκνήσουν εἰς τοὺς στεφάνους, τοὺς ὁποίους μέλλουν νὰ ἀξιωθοῦν ἀκόμη, ὑποσχόμενοι ὅτι θὰ εἶναι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν συνοδείαν των νὰ ἐλαφρύνουν τοὺς ἀγῶνας των ἕως τέλους. Ταῦτα λέγοντες οἱ Ἅγιοι Ἄγγελοι τοὺς ἀπεχαιρέτησαν καὶ ἀνελήφθησαν εἰς τοὺς οὐρανούς.

Τὸ πρωῒ ἐκέλευσεν ὁ βασιλεὺς νὰ συναχθῇ ὅλος ὁ λαὸς εἰς τὸ θέατρον καὶ καθήσας ἐπὶ τοῦ βήματος διελογίζετο τί νὰ πράξῃ, διότι τοῦ εἶπον, ὅτι ὅλη ἡ χώρα ἐπίστευσεν εἰς τὸν Χριστὸν καὶ δὲν ἦτο πρέπον νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀτιμώρητον· νὰ θανατώσῃ δὲ πάλιν ὅλους ἦτο παράλογον καὶ μεγάλη ἡ ζημία του. Προσεποιήθη λοιπὸν ὅτι δὲν ἐγνώριζε τίποτε καὶ λέγει πρὸς αὐτούς· «Ἐγνώρισα ἀπὸ πολλὰ πράγματα, ὦ ἀκροαταί, ὅτι μὲ φόβον καὶ εὐλάβειαν ἐθεραπεύατε τοὺς θεούς, προσφέροντες εἰς αὐτοὺς τὰς διατεταγμένας θυσίας· εἰς ἡμᾶς δὲ τοὺς βασιλεῖς ὑπετάσσεσθε πάντοτε· τώρα ὅμως, ἐπειδὴ ἐπλανήθητε καὶ δὲν ἠναντιώθητε πρὸς τοὺς ἀλιτηρίους ἐκείνους, τοὺς τολμήσαντας νὰ διδάσκουν τὸν Ἐσταυρωμένον καὶ δὲν τοὺς ἐλιθοβολήσατε παρευθύς, γνωρίζω ὅτι ἐθυμώθησαν οἱ θεοὶ καὶ ὠργίσθησαν ἐναντίον σας. Ὅθεν διὰ νὰ μὴ ρίψουν πῦρ καὶ κεραυνοὺς ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ σᾶς κατακαύσουν, θέλω ἐπιβάλει ἐγὼ πρὸς σᾶς μικρὰν τιμωρίαν, ἴσως ἡμερώσουν καὶ καταπραϋνθῶσι. Προστάσσω λοιπὸν νὰ εἶσθε ἐστερημένοι ὅλοι σας ἀπὸ τὰς τιμάς, τὰς ὁποίας σᾶς ἐχάρισα πρότερον, διὰ νὰ ἐννοήσητε μὲ τὴν ἐπιτίμησιν ταύτην καὶ μὲ τὰς τιμωρίας, τὰς ὁποίας ἔλαβον ἐκεῖνοι οἱ ἀνόητοι,


Ὑποσημειώσεις

[1] Ἐν ἄλλοις γράφεται Μαξιμιανοῦ, ἡ διαφορὰ ὅμως αὕτη ἐξηγεῖται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ἐβασίλευε καὶ ὁ Μαξιμιανὸς καὶ ἄλλοι τινὲς ὡς ἐν συνεχείᾳ ἀναφέρομεν.

[2] Περὶ τῶν τότε βασιλευσάντων βλέπε λεπτομερέστερον ἐν τῷ βίῳ τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, ἐν τόμῳ Εʹ τοῦ ἡμετέρου «Μεγάλου Συναξαριστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», τῇ καʹ (21ῃ) τοῦ μηνὸς Μαΐου.

[3] Ἕδρα τοῦ Μαξιμίνου ὑπῆρχε τότε ἡ Ἀντιόχεια, ἐνῷ τοῦ Γαλερίου Μαξιμιανοῦ ἦτο ἡ Θεσσαλονίκη, ὡς ἀνωτέρω ἀναφέρομεν.

[4] Ἐτελεύτησε δὲ ὁ Μαξιμῖνος, ἐκεῖ εἰς τὴν Ταρσὸν τῆς Κιλικίας, μετὰ τὴν ἧτταν του ἀπὸ τὸν Λικίνιον κατὰ τὴν ἐν Περίνθῳ τῆς Θρᾴκης μάχην τοῦ ἔτους 313, δικαίαν λαβὼν ἀνταμοιβὴν τῆς κακίας του. Βλέπε σχετικῶς καὶ ἐν τόμῳ Εʹ τοῦ ἡμετέρου «Μεγάλου Συναξαριστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας», ἐν τῷ βίῳ τῶν Ἁγίων Κωνσταντίνου καὶ Ἑλένης, τῇ καʹ (21ῃ) τοῦ μηνὸς Μαΐου.

[5] Τὰ ἅγια ταῦτα Λείψανα εὑρέθησαν εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν μετὰ παρέλευσιν τετρακοσίων ἐτῶν. (Βλέπε τὰ περὶ τῆς εὑρέσεως ταύτης εἰς τὴν ιζʹ (17ην) Φεβρουαρίου, ὅτε ἑορτάζεται ἡ μνήμη αὐτῆς, ἐν τόμῳ Βʹ τοῦ ἡμετέρου «Μεγάλου Συναξαριστοῦ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας»).