Ὦ συμφορὰ ἀξιοδάκρυτος, ὦ δυστυχία ἀπαρηγόρητος! Ἕνας γεωργὸς ἀνίσως μὲ πολλοὺς κόπους καὶ ἱδρῶτας τοιχογυρίσῃ, σκάψῃ καὶ φυτεύσῃ ἄμπελόν τινα, ἔπειτα ἴδῃ αἰφνιδίως αὐτὴν νὰ ξηρανθῇ, ἢ ἀπὸ ἄνεμον σφοδρόν, ἢ ἀπό τινα χάλαζαν, πόσα δάκρυα, πόσους ἀναστεναγμοὺς ἐκπέμπει; Καὶ ὁ ἁμαρτωλὸς ὅστις ἔχασεν ὄχι ἄμπελον, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν οὐρανόν, μίαν Βασιλείαν αἰώνιον, ἀκόμη δὲν αἰσθάνεται ποῦ εὑρίσκεται; Οὐδὲ ἀκούει τὸν Προφήτην ὅπου τοῦ λέγει· «Οὐαὶ τῷ ἀνόμῳ πονηρὰ κατὰ τὰ ἔργα τῶν χειρῶν αὐτοῦ συμβήσεται αὐτῷ» (Ἡσ. γ’ 11).
Διὰ τοὺς Ἑβραίους μαρτυρεῖ ὁ Ἱερώνυμος (εἰς τὸν Σοφονίαν κεφ. ι’), ὅτι μετὰ την σταύρωσιν τοῦ Κυρίου, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἠχμαλωτίσθη ἀπὸ τοὺς Ρωμαίους, ἐσυνάζοντο μίαν φορὰν τὸν χρόνον εἰς ἡμέραν διωρισμένην ἀπὸ διαφόρους τόπους, διὰ νὰ κλαύσουν τὴν αἰχμαλωσίαν τῆς Ἱερουσαλήμ. Ὅμως δὲν τοὺς ἔδιδαν ἄδειαν νὰ εἰσέλθουν μέσα εἰς τὴν πόλιν, ἀνίσως καὶ δὲν ἔδιδαν πρότερον χρήματα πολλὰ εἰς τοὺς ἐξουσιαστάς των Ρωμαίους. Μὲ πολλὰ ἔξοδα οἱ δυστυχισμένοι ἠγόραζον ὄχι ἑορτήν, ἀλλὰ τὰ δάκρυα καὶ τοὺς ἀναστεναγμούς. Καὶ τοῦτο κατὰ θείαν πρόνοιαν ἐκεῖνοι ὅπου ἠγόρασαν τὸ αἷμα τοῦ Χριστοῦ, ν’ ἀγοράζουν τὰ δάκρυα τὰ ἰδικά τους. Ἀφ’ οὗ δὲ ἔδιδαν τὰ χρήματα, ἐσυνάζοντο ἔμπροσθεν εἰς τὴν θύραν τῆς Ἱερουσαλὴμ ἄνδρες, γυναῖκες, νέοι, γέροντες, παρθένοι, χῆραι, ὅλοι ἐνδεδυμένοι μαῦρα, μὲ πόδας γυμνούς, μὲ κεφαλὴν ἀσκεπῆ, μὲ πρόσωπον σκυθρωπόν, μὲ ὀφθαλμοὺς δακρυσμένους, ἐπεριπατοῦσαν νὰ εὕρουν τὸ ἱερόν. Καὶ ποῦ ἱερόν; Ἔβλεπον τοὺς οἴκους τῶν προπατόρων τους κρημνισμένους, ἔχυνον δάκρυα ἐπάνω εἰς τὰ θεμέλια τοῦ Ναοῦ, ἄλλος ἔσυρε τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του ἐπάνω εἰς τὴν στάκτην τοῦ Ἁγιαστηρίου, ἄλλος ἔτυπτε τὸ στῆθος ἔμπροσθεν τοῦ κρημνισμένου Γαζοφυλακίου. Τοὺς ἐβίαζον δὲ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος οἱ στρατιῶται νὰ γυρίσουν ὀπίσω, καὶ αὐτοὶ πάλιν ἄλλα ἔξοδα, διὰ νὰ τοὺς δώσουν καιρὸν νὰ κλαύσουν περισσότερον.
Ἄχ, ἁμαρτωλέ, καὶ ποῦ εἶσαι, τόσα δάκρυα χύνονται δι’ ἕνα ἐπίγειον Ναὸν καμμένον, τόσοι ἀναστεναγμοὶ διὰ μίαν πόλιν ἐρημωμένην, καὶ σὺ ἔχασες ὄχι ἕνα Ναὸν τοῦ Θεοῦ, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν Θεὸν τοῦ Ναοῦ, καὶ ἀκόμη δὲν τὸ γνωρίζεις, ὅτι εἶσαι ἀξιοδάκρυτος; Ἀκόμη δὲν χύνεις ἕνα δάκρυον, ἀκόμη δὲν ἔρχεσαι εἰς τὰς φρένας σου νὰ εἴπῃς· «Ποῦ εἶναι τὰ ἰδικά μου πλούτη; Ποῦ ἡ ἰδική μου εὐγένεια; Ποῦ ἡ πολύτιμος Χάρις, ὅπου ἔλαβον εἰς τὸ Βάπτισμα; Ποῦ ὁ χρυσοῦς στέφανος τῆς υἱοθεσίας; Ἐχάθησαν ὅλα!».