«Τὸ νὰ βλέπω τὸν ἑαυτόν μου σκεπασμένον μὲ ταῦτα τὰ φύλλα τῆς συκῆς, ἐξόριστον, ὑποκείμενον εἰς θάνατον, εἰς θλίψεις καὶ πόνους, τὸν οὐρανὸν θυμωμένον κατ’ ἐπάνω μου, τὴν γῆν δι’ ἐμὲ στεῖραν καὶ ἄγονον, τὸν κόσμον ὅλον θέατρον τῆς ἰδικῆς μου τραγῳδίας, ὅλα αὐτὰ δὲν μὲ πονοῦν καὶ τόσον ὅσον τὸ νὰ βλέπω σέ, τὸν γλυκύτατον μου Παράδεισον κεκλεισμένον, νὰ βλέπω τὴν φλογίνην ρομφαίαν φυλάττουσαν τὴν θύραν, διὰ νὰ μὴ ἀποτολμήσω ποτὲ νὰ πλησιάσω εἰς σέ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μου πλέον ἀνυπόφορος συμφορά, δι’ αὐτὸ ἤθελα νὰ χύσω ἀπὸ τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν μου αἷμα ἀντὶ ἱδρῶτος, ἢ μάλιστα ἤθελα νὰ ἀναλύσω ὅλον τὸν ἑαυτόν μου εἰς θρήνους. Θεὲ τοῦ ἐλέους, ὑποκάτω εἰς τὰς πτέρυγας τῆς ἰδικῆς σου εὐσπλαγχνίας καταφεύγω αὐτὴ μόνη μοῦ ἔμεινε ἡ ἐλπίς. Ἔχω ἐνέχυρον τὴν ἰδικήν σου μεγάλην καὶ ἄφατον πρᾳότητα· ἥμαρτον, ἀλλ’ ὅμως εἶμαι ἰδικόν σου πλάσμα. Ἐνεχάραξες εἰς τὸν ἀχάριστον τοῦτον πηλὸν τὴν ἰδικήν σου ὡραιοτάτην Εἰκόνα καὶ μὲ ὅλον ὅπου ἐγὼ μὲ τὴν ἁμαρτίαν μου τὴν ἔσβυσα, μοῦ ζητεῖς ποινὴν τῆς ἁμαρτίας. Ἰδοὺ οἱ ὀφθαλμοί, ἰδοὺ τὸ αἷμα, ἰδοὺ ἡ καρδία, ἂς ἀναλυθῇ εἰς δάκρυα· ἐγὼ φιλῶ αὐτὴν τὴν χεῖρα, ἡ ὁποία μὲ πληγώνει, αὐτὸ τὸ φραγγέλιον ὅπου μὲ τύπτει, προσκυνῶ ἐκείνην τὴν εὐσπλαγχνίαν, ἥτις μοῦ δίδει διάστημα ζωῆς.
Αὐτὰ λέγω, ἄφησε τὸν Ἀδὰμ καὶ ἂς θρηνολογῇ· ὅμως διὰ τὴν ἰδικήν σου τιμὴν ἔπρεπε, Θεέ μου, νὰ ἐνδύσῃς αὐτὸν τὸν δυστυχισμένον μὲ ἕνα σεμνὸν ἔνδυμα, μ’ ἕνα ὀλίγον κατώτερον ἀπὸ τὸ πρῶτον. Διατὶ λοιπὸν μὲ δερματίνους χιτῶνας; Εὐθὺς μὲ νεκρὰ δέρματα, ἐκεῖνον ὅστις δὲν εἶδεν ἀκόμη νεκρὸν σῶμα; Διατὶ εὐθὺς μὲ τὰ σημεῖα τοῦ θανάτου αὐτόν, ὅπου χθὲς ἐβγῆκε μέσα ἀπὸ τὰς ἀγκάλας τῆς ζωοπαρόχου Σου σκέπης; Ἀποκρίνεται ὁ μέγας Πατὴρ καὶ Διδάσκαλος Χρυσόστομος (εἰς τὴν Γεν. Ὁμιλ. ιη’) «ἡ τῶν ἱματίων περιβολὴ ὑπόμνησις ἡμῖν γενέσθω διηνεκὴς τῆς τε τῶν ἀγαθῶν ἐκπτώσεως καὶ τῆς τιμωρίας διδασκαλία, ἣν διὰ τὴν παρακοὴν τὸ τῶν ἀνθρώπων γένος ἐδέξατο». Ὡσὰν δηλαδὴ νὰ ἔλεγε· μὲ τοιαῦτα καταφρονεμένα ἱμάτια ἐσκέπασεν ὁ φιλάνθρωπος Πατὴρ τὸν παρήκοον Ἀδάμ, διὰ νὰ στήσῃ ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται μετὰ τὴν ἁμαρτίαν· καὶ τοῦτο ἂς εἶναι ἡ ὑπόθεσις τοῦ σημερινοῦ μας λόγου.