Μίαν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ὅσιος ἐπορεύετο πρὸς τὸ ἐρημητήριόν του, ἐκάθισε κατὰ τὴν συνήθειάν του εἰς μίαν πέτραν πλησίον τῆς ἀπεξηραμμένης πηγῆς φοβερὰ διψασμένος. Τότε εἶδε νὰ ἐμφανίζεται ἐνώπιόν του ἡ Κυρία Θεοτόκος, ἡ ὁποία ἥπλωσε τὴν ἁγίαν χεῖρα της καὶ μὲ τὸν δάκτυλον ἔδειξε τὸ σημεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ἀνέβλυζεν ἄλλοτε τὸ ὕδωρ. Κατάπληκτος καὶ τρέμων ἀπὸ χαρὰν καὶ ἱερὸν φόβον πρὸ τῆς οὐρανίας ἐκείνης ὀπτασίας ὁ Ὁσιος Σεραφεὶμ εἶδε τότε νὰ ἀναβλύζῃ ἀπὸ μίαν σχισμὴν τῶν βράχων κατακάθαρον καὶ ἀφθονώτατον ὕδωρ, τὸ ὁποῖον, ὅπως τοῦ εἷπεν ἡ Πανάχραντος Δέσποινα, θὰ ἦτο ἰαματικὸν διὰ πολλὰς ἀσθενείας. Εἰς ανάμνησιν τοῦ θαύματος αὐτοῦ ὁ Ὅσιος ἔσκαψεν ἕνα σπήλαιον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπετέλεσε τὸ νέον καταφύγιόν του καὶ τὸ ὁποῖον ὠνόμασεν «ἡ πλησίον ἔρημος». Ταχέως ἡ πηγὴ τοῦ Πατρὸς Σεραφεὶμ ἔγινε προσκύνημα τῶν ἀρρώστων καὶ πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἀνάπηροι, διὰ τῆς χάριτος τῆς Θεοτόκου, εἰς τὸ θαυματουργικὸν ἐκεῖνο ὕδωρ εὕρισκον τὴν θεραπείαν των.
Ἀφ’ ὅτου ὁ Ὅσιος ἐπανέλαβε τὴν συνήθειάν του νὰ ἀποσύρεται καὶ πάλιν εἰς τὸ δάσος καὶ νὰ παραμένῃ ἐκεῖ εἰς τὴν σιωπήν, τὰ ἄγρια ζῷα ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται πρὸς αὐτὸν καὶ νὰ λαμβάνουν τροφὴν ἀπὸ τὰς χεῖρας του. Μὲ τὸν καιρὸν ὅμως «ἡ πλησίον ἔρημος» ἔπαυσε νὰ εἶναι ἔρημος, διότι οἱ ἐπισκέπται ἦσαν ἀναρίθμητοι. Ἄλλοι ἤρχοντο διὰ νὰ ἀκούσουν τοὺς παρηγορητικοὺς λόγους του, διὰ νὰ ἀνορθωθοῦν ἀπὸ τὴν πτῶσιν των μὲ τὴν βοήθειάν του καὶ ἄλλοι διὰ νὰ ζητήσουν τὴν θεραπείαν των εἰς τὸ ἰαματικὸν ὕδωρ τῆς πηγῆς, ἡ ὁποία ἀνέβλυσε μὲ τὴν χάριν τῆς Θεομήτορος.
Ὁ πονηρὸς ὅμως, ὁ ὁποῖος παλαιότερον εἶχεν ἡττηθῆ ἀπὸ τὸν Ὅσιον, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἡσυχάσῃ. Ὁ ἐχθρὸς παντὸς καλοῦ διήγειρε τὸν φθόνον εἰς τὰς καρδίας κακῶν τινων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι προσεπάθησαν νὰ μειώσουν τὴν φήμην τοῦ Ὁσίου, λέγοντες ὅτι διάφοροι ἐνέργειαί του δὲν ἦσαν κανονικαί. Ἡ χρῖσις τῶν ἀσθενῶν μὲ ἡγιασμένον ἔλαιον ἢ τὸ ἀντίδωρον, τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτούς, ἦσαν, ἔλεγον, ἀντίθετα πρὸς τὴν παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ τὸν κατηγόρουν, ὅτι τὸ γυναικεῖον Μοναστήριον τοῦ Ντιβέγιεβο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Ὁσίου, ἦτο καταφύγιον τῶν δουλοπαροίκων, αἱ ὁποῖαι ἐγκατέλειπον τοὺς ἄρχοντας εἰς τοὺς ὁποίους ὤφειλον ὑποταγὴν καὶ ἐγίνοντο εἰς τὸ Μοναστήριον ἐκεῖνο Μοναχαί. Καὶ οἱ Μοναχοὶ τοῦ Σαρὼφ ἐγόγγυζον συχνότατα ἐναντίον του, διότι ἔδιδεν εἰς τὴν ἀδελφότητα τῆς Μονῆς τοῦ Ντιβέγιεβο βοήθειαν. Ὁ Ὅσιος ὅμως, ἀντὶ νὰ λυπῆται, παρεκάλει τὸν Θεὸν νὰ συγχωρήσῃ τοὺς συκοφάντας του καὶ τοὺς φθονοῦντας αὐτόν.