Τῇ ΚΔ (24ῃ) τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ΠΑΡΑΜΟΝΗ τῆς τοῦ ΧΡΙΣΤΟΥ ΓΕΝΝΗΣΕΩΣ καὶ μνήμη τῆς Ἁγίας Ὁσιοπαρθενομάρτυρος ΕΥΓΕΝΙΑΣ.

Μετὰ ταῦτα λαβόντες οἱ δήμιοι τὸν Πρωτᾶν καὶ τὸν Ὑάκινθον τοὺς ἐπῆγαν βιαίως εἰς τὸν ναὸν τοῦ Διὸς νὰ κάμουν θυσίαν. Ἐνῷ δὲ αὐτοὶ ἵσταντο προσευχόμενοι εἰς τὸν ἀληθινὸν Θεόν, ἔπεσε τὸ εἴδωλον ἔμπροσθεν αὐτῶν καὶ συνετρίβη· ὅθεν προστάσσει ὁ ἔπαρχος τῆς Ρώμης Νικίτιος καὶ ἔκοψαν τὰς κεφαλάς των. Τότε ἔφεραν τὴν Εὐγενίαν καὶ τῆς λέγει· «Πόθεν ἐμάθετε ἀκριβῶς τὴν μαγικὴν τέχνην νὰ ἐξουσιάζετε τοὺς μεγάλους θεούς;». Ἡ δὲ ἀπεκρίνατο· «Ἀληθῶς εἶπες, ὦ ἔπαρχε, ὅτι ἡμεῖς οἱ Χριστιανοὶ ἐν εὐκολίᾳ κυριεύομεν τοὺς θεούς σας, τὸ δὲ ὅτι μὲ τέχνην μαντείας πράττομεν τὰ θαυμάσια εἶναι ψεῦδος, διότι ἡμεῖς μὲ τὴν ἄμαχον δύναμιν τοῦ μόνου Θεοῦ τελοῦμεν ὅσα βουλόμεθα· ἀλλ’ οἱ θεοί σας εἶναι πονηροὶ δαίμονες καὶ δὲν δύνανται νὰ εὐεργετήσουν ἐκείνους οἵτινες τοὺς σέβονται, οὔτε νὰ κακοποιήσουν ἡμᾶς οἱ ὁποῖοι τοὺς ὑβρίζομεν». Τότε κελεύει ὁ ἔπαρχος νὰ τὴν ὑπάγουν εἰς τὸν ναὸν τῆς Ἀρτέμιδος, νὰ ἀκολουθῇ δὲ καὶ ὁ δήμιος μὲ τὴν σπάθην καὶ ἐὰν δὲν προσκυνήσῃ, νὰ τὴν θανατώσῃ τὸ συντομώτερον.

Φθάσασα ἡ Εὐγενία εἰς τὸν ναὸν ἐστάθη πρὸ τῶν εἰδώλων εἰς σχῆμα προσευχῆς λέγουσα· «Ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος, ὅστις μὲ ἠξίωσες νὰ γεννηθῶ, νὰ ἀνατραφῶ καὶ νὰ διαφυλαχθῶ παρθένος νύμφη τοῦ Μονογενοῦς σου Υἱοῦ ἕως σήμερον, αὐτὸς καὶ τώρα τέλεσον παράδοξα, διὰ νὰ δοξασθῶσιν οἱ δοῦλοί σου καὶ νὰ αἰσχυνθῶσιν οἱ προσκυνοῦντες γλυπτὰ βδελύγματα». Ταῦτα τῆς Ἁγίας προσευχομένης, ἔγινε σεισμὸς μέγας καὶ ἔπεσεν ὅλος ὁ ναός, τὸ εἴδωλον τῆς Ἀρτέμιδος συνετρίβη καὶ τὰ ἄλλα ἐξετινάχθησαν ἐδῶ καὶ ἐκεῖ. Ἐξίσταντο οἱ ὁρῶντες καὶ οἱ μὲν γνωστικοὶ ἔλεγον, ὅτι ἦτο θαυματουργία καὶ ἔργον θείας δυνάμεως, οἱ δὲ ἄφρονες μαντείαν ἐνόμιζον τὰ γενόμενα. Μαθὼν ταῦτα ὁ βασιλεύς, ἐκέλευσε νὰ δέσουν εἰς τὸν τράχηλον τῆς Ἁγίας λίθον μέγαν καὶ νὰ τὴν ρίψουν εἰς τὸν βυθὸν τοῦ Τιβέρεως. Τούτου γενομένου, ὁ μὲν λίθος ἐλύθη, ἡ δὲ Ἁγία περιεπάτει ὥς ποτε ὁ μέγας Πέτρος ἐπάνω εἰς τὰ ὕδατα. Τότε τὴν ἔρριψαν εἰς μίαν ἀνημμένην κάμινον, ἀλλ’ εἰς μάτην ἐκοπίαζον, διότι τὸ ὁμόδουλον πῦρ ἔχασε τὴν φύσιν του καὶ ἐδρόσιζε μᾶλλον αὐτὴν καὶ ἀβλαβῆ διεφύλαξε.

Μὴ γνωρίζοντες λοιπὸν οἱ δυσσεβεῖς μὲ ποῖον τρόπον ὀδυνηρὸν νὰ θανατώσωσι τὴν Ἁγίαν, τὴν ἔβαλαν εἰς φυλακὴν σκοτεινὴν καὶ βαθυτάτην, ἕως νὰ τελευτήσῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν, ἀγνοοῦντες οἱ μάταιοι, ὅτι μετ’ αὐτῆς ἦτο ὁ Κύριος τοῦ φωτὸς καὶ ἐξήστραπτεν ὅλον τὸ δεσμωτήριον, τῆς προσεκόμιζον δὲ οἱ Ἄγγελοι τροφὴν οὐράνιον,


Ὑποσημειώσεις

[1] Διευκρινίζομεν ἐνταῦθα, ὅτι τὸ μὲν ὄνομα Σεβῆρος ἔφερον τέσσαρες ἐν συνόλῳ Ρωμαῖοι αὐτοκράτορες, τὸ δὲ ὄνομα Ἀντωνῖνος ἑπτά, οἵτινες ὅμως λόγῳ τῆς πολυωνυμίας αὐτῶν φέρονται εἰς τοὺς αὐτοκρατορικοὺς καταλόγους μὲ τὰ ὀνόματα μὲ τὰ ὁποῖα κατέστησαν γνωστότεροι. Οἱ ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Ἁγίας Εὐγενίας διατελέσαντες αὐτοκράτορες, οἱ φέροντες σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ ὄνομα Σεβῆρος ἢ Ἀντωνῖνος εἶναι οἱ ἑξῆς: 1) Κόμμοδος-Λούκιος-Μᾶρκος-Αἴλιος-Ἀντωνῖνος-Αὐρήλιος (180-192), 2) Λούκιος-Σεπτίμιος-Σεβῆρος (193-211), 3) Καρακάλας-Μᾶρκος-Αὐρήλιος-Σεβῆρος-Ἀντωνῖνος (211-217), 4) Διαδουμενιανὸς-Μακρῖνος-Μᾶρκος-Ὀπέλλιος-Σεβῆρος-Ἀντωνῖνος (217-218) 5) Ἡλιογάβαλος-Μᾶρκος-Αὐρήλιος-Ἀντωνῖνος-Πῖος (218-222), 6) Λεύκιος-Ἰούλιος-Αὐρήλιος-Σουλπίκιος-Οὐράνιος-Ἀντωνῖνος-Σεβῆρος-Ἀλέξανδρος (222-238). Κυρίως γνωστὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀντωνῖνος εἶναι ὁ Ἀντωνῖνος Πῖος (138-161), ἐπὶ τῆς ἐποχῆς του ὅμως δὲν εἶχεν εἰσέτι γεννηθῆ ἡ Ἁγία Εὐγενία.

[2] Ὁ Ρωμαῖος στρατηγὸς Γάλλος, ἐξοντώσας προδοτικῶς τὸν Δέκιον, ἀνεκηρύχθη αὐτοκράτωρ ἐν ἔτει 251, ἀλλὰ καὶ τούτου φονευθέντος ἐν ἔτει 253 ὑπὸ τῶν ἰδίων του στρατιωτῶν ἀνεκηρύχθη αὐτοκράτωρ ὁ Βαλλεριανός. Οὗτος εὑρισκόμενος εἰς πόλεμον μετὰ τῶν Σκυθῶν, τῶν Γότθων καὶ τῶν Περσῶν ἀνεκήρυξε συνάρχοντά του τὸν υἱόν του Γαλλιηνόν, τὸν ὁποῖον καὶ ἀφῆκεν εἰς τὴν Ρώμην, αὐτὸς δὲ πορευθεὶς κατὰ τῶν Περσῶν συνελήφθη ὑπ’ αὐτῶν αἰχμάλωτος, ἀπέθανε δὲ μετὰ δεκαετίαν ἐν τῇ αἰχμαλωσίᾳ. Ὁ Γαλλιηνὸς ἐδολοφονήθη καὶ αὐτὸς ὑπὸ τῶν στρατηγῶν του κατὰ τὸ ἔτος 268. Ἐκεῖνο ποὺ ἐν προκειμένῳ χρῄζει ἐρεύνης εἶναι τὸ ἐὰν ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν αὐτοκρατόρων τούτων ἢ ἐνωρίτερον ἐμαρτύρησεν ἡ Ἁγία, δεδομένου ὅτι ἐγεννήθη ἐπὶ Κομμόδου (180-192), ὁπότε κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ μαρτυρίου της θὰ πρέπῃ νὰ ἦτο ἀρκετὰ προκεχωρημένης ἡλικίας. Πάντως ἐὰν ἐπὶ Βαλλεριανοῦ ἔλαβε χώραν τὸ Μαρτύριον τῆς Ἁγίας, θὰ πρέπῃ νὰ ἔγινε τοῦτο κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς βασιλείας αὐτοῦ, ὅτε ἦτο εἰσέτι Ἀρχιεπίσκοπος Ρώμης ὁ Κορνήλιος, ὅστις ἐτελεύτησε κατὰ τὸ ἔτος 253.