Τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ σεβάσμιος οὗτος Ἀββᾶς Νικόλαος καὶ ὄχι μόνον ἐγκατέλειψε τιμὰς καὶ δόξας ἀνθρωπίνας, ὡς ἓν βάρος μάταιον καὶ περισσόν, ἀλλὰ κατεφρόνησε καὶ γηρατεῖα καὶ χρόνους καὶ ὁδηγῶν τὸν ἑαυτόν του μὲ ὑποταγήν, τὸν ἔρριψεν εἰς τοὺς ὡραίους πόδας τοῦ Ὁσίου καὶ ἀνεδέχθη μετὰ χαρᾶς τὸν ἀγῶνα καὶ τὸν κόπον τῆς ὑποταγῆς, ὡς νὰ εὗρε, κανὲν μεγάλον εὕρημα· ὅθεν καὶ παραδίδων τὴν θέλησίν του εἰς τὴν γλυκύτητα τῶν λόγων του καὶ εἰς τὴν ὁδηγίαν του, ἔγινε δόκιμος εἰς πᾶσαν ἀρετὴν καὶ μάλιστα τὴν ταπείνωσιν, ὑπερβὰς ὅλους τοὺς συναδέλφους του.
Ἀλλὰ καὶ τὴν οἰκονομίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμνεν εἰς τοὺς ὑποτακτικούς του ὁ θεῖος Πατὴρ πρέπει ὅλοι νὰ θαυμάσωμεν. Διότι ὁπόταν ἤθελε νὰ διορθώσῃ κανένα μαθητήν του, ὅστις ἔπταιε, στοχαζόμενος μὲ τὸ διορατικὸν τῆς ψυχῆς τὸ συμφέρον εἰς τὸν ὑποτακτικόν, ἐξαίφνης τὸν ὠνείδιζε, ὠνόμαζε τοῦτον κακόγηρον καὶ σαπρὸν γέροντα, ὅτι κατεγήρασεν εἰς τὰ κακὰ καὶ κανένα καλὸν δὲν ἔκαμεν· ἀκόμη τὸν ἔλεγε καὶ ὀκνηρὸν καὶ ὅτι ἀμελεῖ τὴν σωτηρίαν του. Πολλάκις δὲ ἐπρόσταζε καὶ κανένα Μοναχὸν μὲ αὐστηρότητα καὶ ἀπεμάκρυνε τὸν τοιοῦτον ἀπὸ τὴν τράπεζαν, οἰκονομῶν μὲ κάθε τρόπον τὸ συμφέρον τῆς ψυχῆς του. Ταῦτα λοιπὸν ἀκούσας ὁ τοῦ Χριστοῦ Ἀθλητὴς Ἀββᾶς Νικόλαος προσέπεσεν εἰς τοὺς πόδας τοῦ Ἁγίου μὲ πολλὴν ταπεινοφροσύνην καὶ ἔκλαιεν. Ἀλλ’ ἐγώ, διηγούμενος ταῦτα, συστέλλομαι κατὰ τὴν ψυχὴν καὶ ἔμπλεως δακρύων πληροῦμαι ἀπὸ θαυμασμόν στοχαζόμενος τοῦτον τὸν σεβάσμιον Γέροντα ἐξηπλωμένον εἰς τοὺς πόδας τοῦ διδασκάλου. Σὺ δὲ ὁ ἀκροατὴς στοχάσου καὶ θαύμαζε, τὴν οἰκονομίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμνεν ὁ θεῖος ἐκεῖνος Πατήρ· διότι ἀφοῦ ὠνείδιζε τοιουτοτρόπως τὸν μαθητὴν ἐκεῖνον, ὅστις ἔσφαλεν, ὕστερον τὸν ἐνουθέτει καὶ συγχωρῶν αὐτὸν τὸν ἀπέλυε μὲ μεγάλον κέρδος τῆς ψυχῆς του.
Ταῦτα λοιπὸν ὅσα εἶπον, εἶναι ὀλίγα ἐκ τῶν πολλῶν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διηγηθῇ τις κατὰ μέρος ὅλα τὰ κατορθώματα τοῦ Ὁσίου. Σὺ δὲ ἀγαπητέ, ἴδε ἄλλον μαθητὴν τοῦ θείου Γρηγορίου, τὸν ἀξιοθαύμαστον Μάρκον, ὁ ὁποῖος κατήγετο καὶ αὐτὸς ἀπὸ τὰς Κλαζομενάς, μεταβὰς δὲ εἰς Θεσσαλονίκην ἐκουρεύθη Μοναχὸς εἰς τὸ σεβάσμιον Μοναστήριον, τὸ ὁποῖον ὠνομάζετο τοῦ Κυρίου Ἰσαάκ, τελευταῖον δὲ ἔφυγεν εἰς τὸν Ἅγιον Ὄρος καί, ἵνα εἴπω μὲ συντομίαν, ἠγωνίσθη μὲ πολλὴν προθυμίαν καὶ ἐπιμέλειαν ἀποκτήσας τὴν νοερὰν προσευχὴν καὶ τὴν νῆψιν καὶ ἀγαπῶν μὲ ὑπερβολὴν νὰ προσεύχεται ἀδιαλείπτως.