Ποῖος ὅμως εἶναι τόσον ἀνόητος, ὥστε πρὶν ἀρχίσῃ νὰ πίνῃ νὰ κάμνῃ τὰς παραφροσύνας ποὺ διαπράττουν οἱ μεθυσμένοι; Δεν γνωρίζεις ὅτι ἡ κοιλία δὲν διατηρεῖ ὅ,τι τῆς δώσωμεν πρὸς φύλαξιν; Ἡ κοιλία οὐδεμιᾶς ἐμπιστοσύνης εἶναι ἀξία εἰς τὰς συναλλαγάς της. Εἶναι ἕνα θησαυροφυλάκιον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φυλαχθῇ, τὸ ὁποῖον, ὅταν ἐναποτεθοῦν εἰς αὐτὸ πολλά, διατηρεῖ μὲν τὴν βλάβην ἡ ὁποία προέρχεται ἐξ αὐτῶν, δὲν διαφυλάττει ὅμως ὅσα ἐτοποθετήθησαν εἰς αὐτῷ πρὸς φύλαξιν. Πρόσεξε μήπως καὶ εἰς σὲ αὔριον, ἐπιστρέφοντα μεθυσμένον, λεχθῶσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκονται αὐτὴν τὴν στιγμήν. Δὲν ἐξέλεξα αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὴν νηστείαν, λέγει ὁ Κύριος (Ἡσ. νη’ 5-6). Διατὶ ἀναμιγνύεις πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀναμιχθοῦν; Ποία ἡ συμμετοχὴ τῆς νηστείας πρὸς τὴν μέθην; Τί τὸ κοινὸν ἔχει ἡ οἰνοποσία πρὸς τὴν ἐγκράτειαν; «Ποία συμφωνία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ναοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ ναοῦ τῶν εἰδώλων;» (Β’ Κορ. ϛ’ 16). Διότι οἱ μὲν ἐγκρατεῖς εἶναι ναὸς τοῦ Θεοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ναὸς δὲ εἰδώλων εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς μέθης ὑποδέχονται ὅ,τι εἶναι συνδεδεμένον μὲ τὴν ἀκολασίαν.
Ἡ σημερινὴ ἡμέρα εἶναι τρόπον τινὰ ἡ εἴσοδος τῶν νηστειῶν. Ἐκεῖνος δὲ ὁ ὁποῖος ἐμολύνθη εὑρισκόμενος ἤδη εἰς τὴν εἴσοδον, δὲν εἶναι βεβαίως ἄξιος νὰ εἰσέλθῃ εἱς τὰ ἅγια. Κανεὶς δοῦλος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐξευμενίσῃ τὸν κύριόν του, δὲν χρησιμοποιεῖ ὡς μεσίτην καὶ συμφιλιωτὴν τὸν ἐχθρὸν τοῦ κυρίου του. Ἡ μέθη εἶναι ἐχθρὰ τοῦ Θεοῦ· ἀπόφευγε τὴν μέθην, μήπως αὕτη σὲ ἀποξενώσῃ ἀκόμη περισσότερον ἀπὸ τὸν Θεόν. Δὲν εἶναι ἀρκετὴ μόνον ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὰ φαγητὰ διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὄντως νηστεύομεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτὴν καὶ εὐχάριστον πρὸς τὸν Θεόν (Ἡσ. νη’ 5). Ἀληθὴς νηστεία εἶναι ἡ ἀπομάκρυνσις ἀπὸ τὸ κακόν, ἡ συγκράτησις τῆς γλώσσης, ἡ ἀποχὴ ἀπὸ τὸ θυμόν, ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὰς κακὰς ἐπιθυμίας, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς καταλαλιᾶς, τοῦ ψεύδους, τῆς ἐπιορκίας. Ἡ ἐγκαταλείψις ὅλων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀληθινὴ νηστεία. Ὅταν μαζὶ μὲ ὅλα αὐτὰ ὑπάρχῃ καὶ ἡ νηστεία, ἡ νηστεία αὐτὴ εἶναι καλή.