Διδαχὴ εἰς τὴν Δ’ ΚΥΡΙΑΚΗΝ τῶν ΝΗΣΤΕΙΩΝ περὶ Εξομολογήσεως, Ἠλίου Μηνιάτη, ἐπισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων, ἐλαφρῶς διωρθωμένη κατὰ τὴν φράσιν.

Ἀπὸ τοὺς Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ, δύο ἔσφαλαν πολύ, ὁ Ἰούδας, ὅστις τὸν ἐπρόδωσε διὰ τριάκοντα ἀργύρια, καὶ ὁ Πέτρος, ὅστις τὸν ἠρνήθη τρεῖς φοράς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς δύο ὁ εἷς, ὁ Πέτρος, συνεχωρήθη· ἔλαβε πάλιν τὸ ἀποστολικὸν ἀξίωμα, καὶ πάλιν γίνεται φίλος καὶ μαθητὴς τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἄλλος, ὁ Ἰούδας, ἔμεινεν ἀσυγχώρητος, ἐκρεμάσθη, ἄφησε τὸ ἄθλιον σῶμα εἰς ἕνα δένδρον καὶ παρέδωκε τὴν ψυχὴν εἰς τὴν αἰώνιον κόλασιν. Ἀλλὰ διατί ὁ Πέτρος ἔλαβε τόσην χάριν καὶ ὁ Ἰούδας ἐφάνη ἀνάξιος; Τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ οὗτος ὁ δυστυχὴς καὶ δὲν τὸ ἔκαμεν; Ἔπρεπε νὰ ἐξομολογηθῇ τὸ σφάλμα του; Τὸ ἐξωμολογήθη, φανερὰ εἶπεν ὅτι ἔσφαλεν· «Ἥμαρτον παραδοὺς αἷμα ἀθῶον» (Ματθ. κζ’ 4), ὁμοῦ δὲ μὲ τὴν ἐξομολόγησιν ἐπλήρωσεν, ἔδωκεν ὅλα τὰ τριάκοντα ἀργύρια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε διὰ τὴν προδοσίαν· «ρίψας τὰ ἀργύρια ἐν τῷ ναῷ ἀνεχώρησε» (αὐτ. 5). Νὰ ἐξομολογηθῇ τις καὶ νὰ πληρώσῃ δὲν σᾶς φαίνεται ὅτι αὐτὴ εἶναι μία σωστὴ ἐξομολόγησις; Οὕτω κάμνετε ὅλοι, αὕτη εἶναι ἡ συνήθεια καὶ ὅστις εἴπῃ τὸ ἐναντίον, εἶναι ἀποσυνάγωγος καὶ νεωτεριστής.

Καλά, ἀλλὰ στοχασθῆτε, σᾶς παρακαλῶ, δύο πράγματα. Ἕνα· μὲ τὰ ἀργύρια αὐτὰ τοῦ Ἰούδα, ἐκεῖνοι οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔλαβον, ἠγόρασαν, λέγει, τὸν ἀγρὸν τοῦ κεραμέως καὶ τὸν ἔκαμαν κοιμητήριον διὰ νὰ θάπτωνται οἱ ξένοι· «εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις» (ἔνθ. ἀνωτ. 7). Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ ἀγοράσωσι καλλίτερα μίαν ἄμπελον ἢ ἕνα ἀγρὸν νὰ κάμνῃ καρπόν; ἢ μίαν οἰκίαν νὰ δίδῃ κέρδος; Ἠγόρασαν ἕνα ἀγρὸν διὰ νὰ θάπτωνται οἱ ξένοι, πρᾶγμα ὅμως τὸ ὁποῖον οὔτε καρπὸν κάμνει, οὔτε διάφορον δίδει, ἐπειδὴ οὔτε γεωργεῖται, οὔτε ἐνοικιάζεται. Μυστήριον! Διὰ νὰ καταλάβωμεν, ὅτι ὅπου πέσωσι τὰ ἀργύρια ἐκεῖνα, μὲ τὰ ὁποῖα πωλεῖται σιμωνιακῶς ὁ Χριστός, ὁ τόπος ἐκεῖνος δὲν κάμνει καρπόν, δὲν δίδει κέρδος, δὲν τελεσφορεῖ, δὲν προκόπτει· γίνεται τόπος δυστυχισμένος, δὲν προξενεῖ κανένα καλὸν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις τὸν ἔχει· ἴσως δὲ μόνον καταφυγὴν καὶ βοήθειαν ξένου τινός· «εἰς ταφὴν τοῖς ξένοις»· καὶ τέλος πάντων τόπος ἔρημος καὶ ἀκατοίκητος, κατὰ τὴν ψαλμικὴν προφητείαν. «Γενηθήτω ἡ ἔπαυλις αὐτῶν ἠρημωμένη καὶ ἐν τοῖς σκηνώμασιν αὐτῶν μὴ ἔστω ὁ κατοικῶν» (Ψαλμ. ξη’ 26). Τὸ ἄλλο. Ὁ Ἰούδας ἐκολάσθη καὶ σωματικὰ καὶ ψυχικά· τί εἴδους θάνατον ἔλαβεν ὁ ταλαίπωρος; Κρεμασμένος νὰ σπαράττεται τόσην ὥραν· ἔπειτα νὰ ραγίσῃ εἰς τὴν μέσην, νὰ πέσωσι τὰ ἐντόσθιά του εἰς τὴν γῆν καὶ ἐκεῖθεν ἡ μιαρὰ ψυχή του νὰ διαβῇ εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον· «ἀπελθὼν ἀπήγξατο» (Ματθ. κζ’ 5), «καὶ πρηνὴς γενόμενος ἐλάκησε μέσος καὶ ἐξεχύθη πάντα τὰ σπλάγχνα αὐτοῦ» (Πράξ. α’ 18). Ὥστε λοιπὸν ἡ ἐξομολόγησίς του δὲν τὸν ὠφέλησεν; Οὐδέν.