Ὅθεν δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἀνέλθῃ, ἐκεῖ ὁπόθεν ἐξέπεσε, διότι ἡ ἁμαρτία τοῦ Ἀδάμ, δηλαδὴ ἡ παρακοή, ἔκλεισε τὴν θύραν τοῦ Παραδείσου. Ἠδύνατο βεβαίως ὁ Θεός, ὅπως ἐπαναφέρη καὶ πάλιν τὸν Ἀδὰμ εἰς τὸν Παράδεισον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μετάνοια πρὸς διόρθωσιν τῆς ἁμαρτίας. Ὁ Ἀδὰμ ὅμως δὲν μετενόησε τότε, ἀλλ’ οὔτε καὶ ὅταν ὁ Θεὸς τὸν ἠρώτα· «Εἰ μὴ ἀπὸ τοῦ ξύλου, οὗ ἐνετειλάμην σοι τούτω μόνον μὴ φαγεῖν, ἀπ’ αὐτοῦ ἔφαγες;» (Γεν. γ’ 11). «Μήπως δηλαδή, ἔφαγες ἀπὸ τὸ ξύλον ἀπὸ τοῦ ὁποίου μόνον σοῦ εἶπον νὰ μὴ φάγῃς;», εἶπε πρὸς Αὐτόν, ὅτι ἔσφαλα, Θεέ μου, ἥμαρτον, Ποιητά μου, ἐπλανήθην καὶ παρήκουσα τὸ θέλημά Σου, διὰ τοῦτο κλαίω καὶ θρηνῶ καὶ δέομαί Σου, δέξαι με πάλιν τὸν παρήκοον. Δὲν εἶπε τοὺς λόγους τούτους, ἀλλὰ ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἶπεν· «Ἡ γυνή, τὴν ὁποίαν μοῦ ἔδωκες, ἐκείνη μὲ ἐπλάνησεν» (Γεν. γ’ 12). Ἰσχυρίσθη δηλαδὴ παρευθύς, ὅτι ἐκεῖνος δὲν πταίει, ἀλλ’ ὁ Θεός, ὅστις τοῦ ἔδωκε σύντροφον τὴν Εὔαν. Ἠρώτησε καὶ τὴν Εὔαν ὁ Θεὸς καὶ οὔτε αὐτὴ εἶπεν ὅτι ἔπταισεν, ἀλλὰ ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ὄφιν, ὅτι ἐκεῖνος τὴν ἐπλάνησεν (αὐτ. 13). Ἐπειδὴ λοιπὸν τότε δὲν μετενόησαν, οὔτε καὶ ὁ Θεὸς τοὺς ἐλυπήθη, ἕνεκεν τῆς ὑπερηφανείας των. Οἰκονόμησεν ὅμως ὕστερον ὁ Θεός, εἰς τοὺς τελευταίους χρόνους καὶ καιρούς, νὰ ἔλθῃ νὰ ἐνδυθῇ σάρκα, διὰ τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας. Ἀλλ’ ἂς ἔχω συγχώρησιν, διότι ὁ λόγος μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀπομακρυνθῶ ἀπὸ τὸν σκοπόν μου. Ἂς ἀρχίσω λοιπὸν τὴν λύσιν τῶν ζητημάτων μας.
Πρῶτον λοιπὸν ζήτημα εἴχομεν τὸ διατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐσαρκώθη μόνος, χωρὶς νὰ εὐαγγελίσῃ ὁ Ἄγγελος τὴν Παρθένον, ἕκτον δὲ ζήτημα εἶναι, ἂν ἡ Παρθένος Μαρία ἦτο ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδὰμ ἢ ὄχι. Ἀπαντῶμεν λοιπὸν εἰς αὐτὰ τὰ δύο, ὄχι μὲ ἰδικούς μας λόγους, ἀλλὰ μὲ λόγους τῆς Γραφῆς μας καὶ τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας· καὶ πρῶτον ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνὸς ὁρίζει εἰς τὰ «Θεολογικά» του, ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία δὲν ἦτο ἀμέτοχος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδάμ, δηλαδὴ Παρθένος μὲν ἦτο, καθαρὰ καὶ ἀμόλυντος, πλὴν κληρονόμος τοῦ Προπατορικοῦ Ἁμαρτήματος καθὼς καὶ σύμπαν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μόνος ὁ Χριστὸς ἦτο ἀναμάρτητος. Αὐτὸς ἐγεννήθη χωρὶς ἁμαρτίαν, ἡ Παρθένος ὅμως μετεῖχε τῆς προπατορικῆς ἁμαρτίας.