Καὶ πρῶτον ζητοῦμεν νὰ πληροφορηθῶμεν, διατὶ ὁ Θεὸς δὲν ἐσαρκώθη μόνος, χωρὶς νὰ εὐαγγελίσῃ ὁ Ἄγγελος τὴν Παρθένον. Δεύτερον, διατὶ δὲν ἀπεστάλη ἄλλος Ἄγγελος, ἀλλὰ ὁ Γαβριήλ. Τρίτον, εἰς ποῖον μῆνα ἔγινεν ὁ Εὐαγγελισμὸς καὶ διατὶ δὲν ἔγινεν εἰς ἄλλον μῆνα, ἀλλ’ εἰς τὸν Μάρτιον καὶ εἰς τίνα καιρὸν εὐηγγελίσθη ἡ Παναγία. Τέταρτον, πόσον ἐτῶν ἦτο τότε ἡ Παρθένος. Πέμπτον διατὶ εὐηγγέλισεν ὁ Ἀρχάγγελος τὴν Παναγίαν καὶ ὄχι ἄλλην. Καὶ ἕκτον, ἐὰν ἡ Παρθένος Μαριὰμ ἦτο ἐλευθερωμένη ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν τοῦ Ἀδὰμ ἢ ὄχι. Καλὸν εἶναι καὶ αὐτὸ νὰ εἴπωμεν, διότι πολλαὶ αἱρέσεις ἀνεφάνησαν ὡς πρὸς τοῦτο καὶ μάλιστα μεταξὺ τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων. Καιρὸς λοιπὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀποκρινόμενοι ὡς πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, ἵνα μὴ ἔχωμεν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν. Ὅθεν ἀρχίζομεν ἀπὸ τὸ πρῶτον ζήτημα, ὁμοῦ δὲ μὲ αὐτὸ θέλομεν συνδέσει καὶ τὸ ἕκτον, διότι ἡ ὑπόθεσις οὕτως ἀπαιτεῖ.
Παρακαλῶ ὅμως τὴν ἀγάπην σας εὐλογημένοι Χριστιανοί, σεῖς οἱ ὁποῖοι συνηθροίσθητε σήμερον, ἵνα ἑορτάσετε τὴν ἱερὰν ταύτην πανήγυριν, ὅσοι εἰς τὴν Ἐκκλησίαν συνήλθετε χάριν τῆς σεβασμίας αὐτῆς ἑορτῆς, διανοίξατε τοὺς ὀφθαλμούς σας, ὄχι μόνον τοῦ σώματος ἀλλὰ καὶ τῆς ψυχῆς, διὰ νὰ ἐννοήσετε σαφῶς τὰ λεγόμενα, διότι δὲν πρόκειται περὶ πραγμάτων καὶ ὑποθέσεων τοῦ κόσμου, ἀλλὰ περὶ τοῦ μυστηρίου τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων· ἐπειδὴ σκοπὸς τῆς ἁγίας ἑορτῆς μας εἶναι ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Διότι, διὰ τίνα ἄλλον λόγον ἐφάνη τόσον φιλάνθρωπος ὁ Θεός, ὥστε νὰ ἔλθῃ νὰ σαρκωθῇ; Πόθεν ἄλλοθεν κατεδέχθη ὁ Ποιητὴς καὶ Πλάστης τοῦ κόσμου νὰ καταβῇ σωματικῶς ἐπὶ τῆς γῆς; Πόθεν καὶ διὰ ποίαν ἀφορμὴν ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, ὁ ἄναρχος καὶ αἰώνιος, ἠθέλησε νὰ γεννηθῇ εἰς χρόνον καὶ νὰ ὀνομασθῇ χρονικός; Πόθεν καὶ διὰ ποίαν αἰτίαν ὁ Κύριος, τὸν ὁποῖον ὑμνοῦσι τὰ Χερουβὶμ καὶ δοξάζουσι τὰ Σεραφίμ, κατεδέχθη νὰ ὀνομασθῇ Σαμαρείτης καὶ δαιμονιζόμενος; Διατί ὑπέμεινεν ὕβρεις, ὀνειδισμούς, ἐμπτυσμοὺς καὶ τελευταῖον θάνατον σταυρικόν;
Φανερὸν εἶναι, ὅτι ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς κατεδέχθη ὅλα ταῦτα διὰ τὴν σωτηρίαν τῶν ἀνθρώπων. Διὰ νὰ σώσῃ τὸν Ἀδὰμ καὶ τοὺς ἐκ τοῦ Ἀδάμ, διὰ νὰ ἐλευθερώσῃ τὰς ψυχάς μας ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ διαβόλου. Τοῦτο δὲ διότι ἡ φύσις τῶν ἀνθρώπων, ἕνεκεν τῆς παρακοῆς καὶ ἐκπέσει εἶχε καὶ ἀπὸ τὸν Παράδεισον εἶχεν ἐκβληθῆ.