Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τῆς Ὁσίας Μητρὸς ἡμῶν ΕΙΡΗΝΗΣ τῆς ἐκ Καππαδοκίας μὲν ὁρμωμένης, ἀσκησάσης δὲ ἐν τῇ Μονῇ τοῦ Χρυσοβαλάντου.

Τότε οἱ θηριώδεις ἐκεῖνοι βασανισταί, εἰς ἐφαρμογὴν ἀντιποίνων διὰ τὴν δολοφονίαν, ἤρχισαν νὰ πυροβολοῦν μὲ τὰ αὐτόματα ὅπλα των καὶ μὲ πιστόλια ἐκ τῶν ὄπισθεν καὶ νὰ θερίζουν μὲ τὰ βόλια των τοὺς ἀτυχεῖς ἀθώους. Μὲ τὴν πρώτην ὁμοβροντίαν, ὁ ἀτυχὴς Νικόλαος ἠννόησεν ὅτι θὰ τοὺς ἐφόνευον ὅλους καὶ εὐθὺς ποιήσας πολλάκις τὸ σημεῖον τοῦ Σταυροῦ, ἐπεκαλέσθη τὴν Ἁγίαν Εἰρήνην, λέγων· «Ἁγία μου Εἰρήνη Χρυσοβαλάντου, ὁσάκις ἠμποροῦσα, εἰργαζόμην εἰς τὸ Μοναστήρι σου καὶ ἐβοήθουν εἰς τὰς ἀνάγκας του διὰ τὴν χάριν σου. Τώρα σὲ παρακαλῶ μὴ μὲ ἐγκαταλείψῃς, ἀλλὰ μνήσθητί μου καὶ βοήθησόν με εἰς τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμήν, διὰ νὰ μὴ μὲ φονεύσουν ἀδίκως οἱ Γερμανοὶ καὶ μείνουν ἀπροστάτευτα καὶ ὀρφανὰ τὰ τέκνα μου». Ταῦτα προσευχηθεὶς ἔπεσεν εὐθὺς κατὰ γῆς ὡς νεκρός, νοερῶς ὅμως ἐπικαλούμενος συνεχῶς τὴν Ἁγίαν, καὶ ὦ τῶν θαυμασίων σου Χριστὲ Βασιλεῦ! παρ’ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐπανειλημμένους πυροβολισμοὺς ὁ Νικόλαος οὐδὲν ἔπαθεν, ἀλλ’ ἠσθάνθη μίαν ψυχικὴν γαλήνην καὶ ἀνδρείαν ὡς νὰ μὴ συνέβαινε τίποτε γύρω του.

Εἰς ἐκείνην δὲ τὴν θαυμασίαν ἀλλοίωσιν εὑρισκόμενος βλέπει μὲ τοὺς ὀφθαλμούς του μίαν ὡραίαν καὶ ὑψηλὴν Μοναχὴν νὰ περνᾷ ἀπὸ ἐμπρός του καὶ νὰ τὸν βλέπῃ μὲ ἱλαρὸν πρόσωπον! Ἀμέσως ἠννόησεν ὅτι ἦτο ἡ Ἁγία Εἰρήνη, ἡ ὁποία ἦλθε διὰ νὰ τὸν ἐνδυναμώσῃ εἰσακούσασα τὴν δέησίν του, διότι ἀδύνατον ἦτο κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἄνθρωπος φυσικὸς νὰ διέλθῃ ἔμπροσθεν ἀπὸ τὰ βόλια τῶν δημίων ἐκείνων. Τότε πλησθεὶς ψυχικῆς ἀγαλλιάσεως ὁ Νικόλαος ὑπεσχέθη πρὸς τὴν Ἁγίαν λέγων· «Ἁγία μου Εἰρήνη Χρυσοβαλάντου, ἐὰν τὸ παιδίον τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ γεννηθῇ εἶναι κορίτσι, θὰ τὸ ἀφιερώσω εἰς τὸ Μοναστήριόν Σου». Προσηύχετο δὲ εἰς τὴν στάσιν ἐκείνην πλέον τῆς μιᾶς ὥρας τελείως ἀκίνητος, ἵνα μὴ ἀντιληφθῶσιν οἱ Γερμανοὶ ὅτι εἶναι ζωντανὸς καὶ διότι ἤκουσε τὰς οἰμωγὰς καὶ τὰς φωνὰς τῶν τραυματισθέντων.

Ὅταν ἔπαυσαν πλέον οἱ φοβεροὶ ἐκεῖνοι κροταλισμοὶ τῶν πολυβόλων καὶ παρῆλθον ἀρκεταὶ ὧραι, ἦλθον οἱ Γερμανοὶ στρατιῶται διὰ νὰ συνάξουν τὰ πτώματα, καθ’ ὅτι ἔπαυσαν πλέον νὰ ἀκούωνται φωναί, ὅπερ ἐδήλου ὅτι ὅλοι εἶχον ὑποκύψει εἰς τὰ τραύματά των καὶ εἶχον ἀποθάνει.