Λόγος εἰς τὸν ΙΕΡΟΝ ΝΙΠΤΗΡΑΝ, ἐκ τῆς «Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος» Μακαρίου τοῦ ἐν Πάτμῳ, ἐλαφρῶς διεσκευασμένος κατὰ τὴν φράσιν.

Τόσον διαφορετική, τόσον ἀσύγκριτος, τόσον μεγάλη, τόσον ἄπειρος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν ἄνθρωπον, ὥστε νὰ φαίνηται σκιὰ καὶ μηδὲν ἡ ἀγάπη τῆς μητρὸς πρὸς τοὺς παῖδας, καὶ αὐτῶν πρὸς τὴν μητέρα. Σιωπῶ τὰς ἄλλας φιλικὰς διαθέσεις, αἵτινες εἶναι ὁμολογουμένως ἐμπορικαί· ἕνα μόνον παράδειγμα εὑρίσκω, τὸν ἥλιον, ὅστις δύναται νὰ δώσῃ κάποιαν ὁμοίωσιν μὲ τὰς πολλὰς καὶ ἀδιακόπους εὐεργεσίας, τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὰ κτίσματα· πλὴν καὶ αὐτὸν δὲν δύναμαι νὰ τὸν συγκρίνω μὲ τοιοῦτον ἀχανὲς πέλαγος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, δεδομένου ὅτι καὶ αὐτὸς ἀκόμη, τί ἄλλο εἶναι, παρὰ μία ἀκτὶς τῆς θείας ἐκείνης ἀγάπης; Ὅστις δὲν καταπείθεται εἰς τόσα καὶ τόσα φανερὰ ἀποτελέσματα τοῦ θείου ἔρωτος, ἂς στρέψῃ ὅπου θέλει τοὺς ὀφθαλμούς, εἴτε εἰς τὸν οὐρανόν, εἴτε εἰς τὴν γῆν, πάντοθεν ζωντανὰ εὑρίσκει τὰ ἀποτελέσματα τῆς θείας ἀγάπης. Ἀπ’ ἐκεῖ βλέπει τόσους φωτισμούς, τόσας ἀπορροίας, τόσας δυνάμεις, ὅπου κηρύττουσι τὸ μεγαλεῖον τῆς θείας ἀγάπης· ἀπ’ ἐδῶ τόσα φυτά, τόσα μέταλλα, τόσα βότανα, τόσα ζῷα, τόση καρποφορία, ὅλα ὅσα συμβάλλουσιν εἰς ὑγείαν, εἰς τροφήν, εἰς εὐζωΐαν, εἰς ὑπηρεσίαν, εἰς ἀνάπαυσιν τούτου τοῦ ἀχαρίστου ἀνθρώπου.

Καὶ ὅμως ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, ἂν στοχασθῇς, δὲν εὑρίσκεις ἄλλο κτίσμα τόσον ἀχάριστον, τόσον ἀνυπότακτον εἰς τὸν Θεὸν καὶ πλάστην, ὡς τὸν ἄνθρωπον, καθὼς τὸν μαρτυρεῖ ἡ πρώτη ἀχαριστία, ἡ πρώτη ἀνυποταξία τοῦ Πρωτοπλάστου Ἀδάμ. Καὶ μετὰ ταῦτα παρανομίαι, ἀσέβειαι καὶ αἱ καθημεριναὶ τοῦ ἀνθρώπου ἁμαρτίαι, κήρυκες ὅλα ταῦτα τῆς σκληρογνωμοσύνης καὶ ἀχαριστίας τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεόν. Ἐπάνω δὲ ὅλων, ἡ σημερινὴ σκληρότης τοῦ ἀπανθρώπου Ἰούδα, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ ἀφήσω τὰς ἄλλας εὐεργεσίας, ὅσας ἐδοκίμασεν ἡ θηριώδης ἐκείνου ψυχὴ ἀπὸ τὴν ἀγάπην τοῦ θείου αὐτοῦ Διδασκάλου, καὶ μὲ ὅλον ὅτι τόσον αὐθαδῶς προεκαθέσθη σήμερον καὶ πρῶτος ἀπὸ ὅλους ἐνίφθη τοὺς πόδας ἀπὸ τὰς βασιλικὰς ἐκείνας καὶ παντοδυνάμους χεῖρας, πλὴν οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τὸ καλὸν δὲν ἔκαμεν ἡ θηριώδης ἐκείνη καὶ ἀπάνθρωπος ψυχή, ἀλλὰ ἔπραξε παρόμοια μὲ τὴν συκῆν, διὰ τὴν ὁποίαν γράφει ὁ Θεόφραστος, ὅτι μόνη αὐτή, ἔξω ἀπὸ τὴν ἰδιότητα τῶν ἄλλων φυτῶν, ποτιζομένη γεννᾷ τοὺς καρποὺς ἀχρείους ἐκεῖ ὅπου τὰ ἄλλα φυτά, ὅταν ποτίζωνται, περισσότερον καὶ ταχύτερον καρποφοροῦσι. Ἡ δὲ συκῆ ὅλον τὸ ἐναντίον κάμνει. Τοιοῦτος ἐφάνη καὶ ὁ Ἰούδας, τοῦ ὁποίου τοὺς πόδας ὡς ρίζαν συκῆς καὶ ἐπότισε καὶ ἔπλυνεν ὁ πολυΰμνητός μας Ἰησοῦς σήμερον. Αὐτός, ἀντὶ νὰ γεννήσῃ καρποὺς εὐχαριστίας, γεννᾷ τοὺς ἀκανθηφόρους τοιούτους τῆς προδοσίας. Ὦ κακία ἀνίατος· ὦ σκληρογνωμοσύνη ἀσύγκριτος.