Λόγος εἰς τὴν ΚΥΡΙΑΚΗΝ τῆς ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπητέος πρῶτος ἀπὸ ὅλα. Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος Μακαρίου τοῦ ἐν Πάτμῳ ἐλαφρῶς διεσκευασμένος κατὰ τὴν φράσιν.

Καταλαμβάνω τί θέλεις μοὶ εἴπει. Πῶς δύναμαι νὰ ἀγαπήσω ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω καὶ μὲ τοιαύτην διαφορὰν ἀγάπης ὅσην ἀπαιτεῖ τὸ δίκαιον; Τὸν βλέπεις, ἐπειδὴ μὲ τὸ νὰ μὴ ἔχῃς σὺ ὀφθαλμοὺς νὰ φθάσῃς εἰς τὸ ὕψος Ἐκείνου, κατέβη Αὐτὸς εἰς τὴν πτωχείαν τὴν ἰδικήν σου, διὰ νὰ σοῦ δώσῃ δύναμιν νὰ τὸν βλέπῃς. Τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρεκίνησε τῶν Προφητῶν τὸ πρᾳότατον ἄγαλμα νὰ ψάλλῃ· «Κύριε, τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐγνώσθης αὐτῷ;» (Ψαλμ. ρμγ’ 3). Ἰδοὺ ὅπου τὸν ἐγνώρισες, ἰδοὺ ὅπου σοῦ ἐφανερώθη καὶ πῶς νὰ μὴ τὸν ἀγαπήσῃς; Πῶς λέγεις ὅτι δὲν βλέπεις Ἐκεῖνον, τοῦ ὁποίου τὴν ἀγαθότητα θαυμάζεις μέσα εἰς τόσα κτίσματα; Τὸν τεχνίτην μέσα εἰς τὸ ἐργόχειρόν του βλέπεις καὶ τὸν Θεὸν μέσα εἰς τόσην οἰκοδομὴν οὐρανοῦ καὶ γῆς δὲν βλέπεις; Εἰς τὸν ἀνδριάντα τὸν ἀνδριαντοποιὸν βλέπεις, εἰς τὸ βιβλίον τὴν ἐπιτηδειότητα τοῦ συγγραφέως καὶ μέσα εἰς τόσα λαμπρὰ ποιήματα τὸν Ποιητὴν ἀμφιβάλλεις; Ἂν δὲν βλέπῃς τὸ πρόσωπον, βλέπε τὸ ἔργον. Ἂν δὲν ἐφάνη τώρα εἰς τοὺς ἰδικούς σου ὀφθαλμούς, ἀρκούντως ἐφάνη εἰς τοὺς προτέρους. Ὅσοι Ἀπόστολοι, ὅσοι Προφῆται, τόσους μάρτυρας ἔχεις διὰ νὰ βεβαιωθῇς Αὐτὸν τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἀγαπήσῃς. Ἔχεις καὶ τὴν σημερινὴν Σαμαρείτιδα διὰ νὰ βεβαιωθῇς, ὅτι ἐφανερώθη ὁ Κύριος εἰς τοὺς ἀνθρώπους καὶ μάλιστα ἐνδεδυμένος ὄχι μόνον μὲ σπλάγχνα οἰκτιρμῶν ἀνείκαστα, ἀλλὰ καὶ μὲ ὅλην τὴν ἰδικήν σου πτωχείαν καὶ μὲ ὅλην τὴν ἰδικήν σου ἀσθένειαν.

Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ σοῦ ἀπομένῃ ἀμφιβολία μὲ ποῖον μέτρον πρέπει νὰ τὸν ἀγαπήσῃς καὶ ποῖος εἰναι Αὐτός, τὸν ὁποῖον ὀφείλεις νὰ ἀγαπήσῃς. Τοῦτο μόνον στῆσε ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, τὸν σμάραγδον, τὸ σύμβολον τῆς θείας ἀγάπης μὲ τοιαύτην ἐπιγραφήν· «Ἀναψύχει καὶ οὐδέποτε κορέννυσιν ὁ θεῖος ἔρως». Διότι ἀρραβὼν εἶναι οὗτος τῶν οὐρανίων ἀγαθῶν. Γλυκαίνει τὴν καρδίαν, εὐφραίνει, παρηγορεῖ, ἀλλ’ οὔτε ἀηδίαν γεννᾷ οὔτε κόρον προξενεῖ, καθὼς αἱ κοσμικαὶ ἡδοναί, ἀλλά, καθὼς λέγει ὁ θεῖος Γρηγόριος ὁ Διάλογος, εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν ὅπου χορταίνει τὴν ψυχὴν ἀπὸ πᾶσαν πνευματικὴν εὐφροσύνην, εἰς τὸν αὐτὸν καιρὸν γεννᾷ ἔφεσιν καὶ ἐπιθυμίαν τῆς αὐτῆς εὐφροσύνης. Ὅσον ἀπολαμβάνεται, τόσον καὶ ζητεῖται. Ὢ καὶ τὶ θαυμαστὴ εἰκὼν εἶναι αὕτη, ἀξία νὰ διεγείρῃ εἰς τὸν θεῖον ἔρωτα καὶ αὐτὰ τὰ ἄψυχα! Κράτει, φύλαττε εἰς τὴν μνήμην σου καὶ ἄλλην εἰκόνα. Σίδηρος ὑπάρχει εἰς κάμινον, μὲ τὴν ἐπιγραφήν· «Τῇ φλογὶ τὸν ἰὸν ἀπωθεῖται».