Λόγος εἰς τὴν ΚΥΡΙΑΚΗΝ τῆς ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπητέος πρῶτος ἀπὸ ὅλα. Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος Μακαρίου τοῦ ἐν Πάτμῳ ἐλαφρῶς διεσκευασμένος κατὰ τὴν φράσιν.

Βλέπε ὅμως καλὰ μήπως ὁ πρὸς τὸν Θεὸν ἔρως εὑρεθῇ κατώτερος αὐτῆς τῆς συγγενικῆς σου ἀγάπης καὶ τότε ἀκολουθεῖ τὸ χάος, ἡ σύγχυσις τῶν τόπων, ἐπειδὴ Ἐκεῖνος ὅστις ἔπρεπε νὰ εἶναι πρῶτος, ἔγινεν ὕστερος. Ἐκεῖνος ὅστις ἔδωκε τὸν ἔρωτα τῆς νύμφης, ἔδωκε καὶ τάξιν, διὰ τοῦτο καὶ λέγει· «Τάξατε ἐπ’ ἐμὲ ἀγάπην» (ᾎσμα β’ 4). Ἡ διάκρισις τῶν ἐφετῶν δὲν προέρχεται ἐκ τῆς αἰσθήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν ὑποκειμένων, διότι τοῦτο εἶναι μᾶλλον ἐραστόν, τὸ καὶ μᾶλλον τίμιον.

Φαίνεται εἰς τὴν αἴσθησιν ὁ πεπυρακτωμένος σίδηρος, ὅτι ἔχει τοὺς αὐτοὺς βαθμοὺς τῆς θερμότητος μὲ τὸ πῦρ, ὅμως πολλοὺς βαθμοὺς θέλει νὰ φθάσῃ αὐτὸ καὶ νὰ φαίνεται καὶ εἰς τὴν αἴσθησιν τὸ αὐτό, ἡ ἀλήθεια ὅμως τὸ ἐλέγχει, ὅτι δὲν εἶναι τὸ αὐτό. Νομίζεις ὅτι ἡ ἀγάπη, τὴν ὁποίαν ἔχεις πρὸς τὸν Θεόν, εἶναι ἡ πρώτη καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρὸς τὸν πατέρα σου· ὅμως εἶναι ψευδὴς ἡ γνώμη σου αὕτη, ἐφ’ ὅσον εἰς μὲν τὸν θάνατον τοῦ πατρός σου στενάζεις καὶ δακρύεις, εἰς δὲ τὸν θάνατον τοῦ Χριστοῦ ξηροὶ καὶ ἄνικμοι ἵστανται οἱ ὀφθαλμοί σου. Δὲν χρειάζονται παρηγορητὴν διὰ νὰ κρατήσουν τὰ δάκρυα. Λοιπόν, πῶς δύνασαι νὰ εἴπῃς ὅτι ὁ πρὸς Χριστὸν ἔρως εἶναι μεγαλύτερος ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἔχεις πρὸς τὸν πατέρα σου; Ἐκεῖνος εἶναι ξηρὸς καὶ χωρὶς δάκρυα, οὗτος ὁ τοῦ πατρός σου μαρτυρεῖται μὲ πολλὰ δάκρυα. Λοιπὸν ἤλλαξες τὴν τάξιν τῶν τόπων. Κάτωθεν τῆς ἀγάπης τῶν γονέων ἔθεσες τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, ἔγινε τὸ χάος, ἠκολούθησεν ἡ σύγχυσις, διὰ νὰ μὴ εἴπω ἀδικία καὶ ἱεροσυλία ἡ ἐσχάτη καὶ καταφρόνησις ἡ μεγίστη πρὸς τὸν Θεόν. Ἐπειδὴ ἥρπασες τὸν τιμιώτερον καὶ ὑψηλότερον τόπον τῆς καρδίας, τὸν ὁποῖον ζητοῦσιν ὅλα τὰ δίκαια, διὰ νὰ τὸν ἔχῃ ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη, καὶ τὸν ἔδωσες εἰς τοὺς συγγενεῖς, εἰς τὴν σάρκα. Εἰς αὐτὴν τὴν ἱεροσυλίαν ἀκόλουθον εἶναι καὶ τὸ ἔγκλημα τῆς ἀχαριστίας καὶ ἀναισθησίας, ἐπειδὴ ἔχεις δεύτερον εἰς τὴν ἀγάπην ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐστάθη πρῶτον εἰς τὰς εὐεργεσίας. Δὲν γνωρίζεις τὸ πρῶτον ἐφετὸν τὸ μᾶλλον ἀξιέραστον.

Βλέπε εἰς τὰς πλάκας τοῦ Νόμου καὶ μιμήσου νὰ φυλάξῃς τὴν τάξιν ἐκείνων εἰς τὰς πλάκας τῆς καρδίας σου. Ἔστησεν ὁ Θεὸς ἔμπροσθεν εἰς τοὺς ὀφθαλμούς σου τὰς πλάκας ἐκείνας, ὄχι μόνον πρὸς ἀνάγνωσιν τῶν γεγραμμένων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τήρησιν αὐτῶν. Πρῶτον κεφάλαιον τοῦ Νόμου ἡ πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη· βλέπε νὰ μὴ πράξῃς ὕστερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγραψεν ὁ δάκτυλος τοῦ Θεοῦ πρῶτον. Γυρίζεις ἄνω καὶ κάτω τὴν τάξιν, ἂν τελευταῖος ἀγαπᾶται ὁ Θεὸς ἀπὸ σέ.