Ταύτην ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν Αὐτοῦ παντοδυναμίαν, τὴν θεότητα, τὴν σοφίαν θέλων νὰ ξεσκεπάσῃ ὁ μεγαλοπρεπέστατος Ἰησοῦς, ἔλεγεν: «Εἰ ᾔδεις τὴν δωρεὰν τοῦ Θεοῦ, καὶ τίς ἐστιν ὁ λέγων σοι» (Ἰωάν. δ’ 10). Ταῦτα θέλων νὰ φανερώσῃ, δεικνύει ὅτι εἶναι καρδιογνώστης, μὲ τὸ «πέντε γὰρ ἄνδρας ἔσχες καὶ νῦν, ὃν ἔχεις, οὐκ ἔστι σου ἀνήρ» (αὐτόθι 18). Αὐτὰ τὰ κρίματα τῆς συγκαταβάσεως καὶ φιλανθρωπίας τίς νὰ μὴ φρίξῃ; Τίς νὰ μὴ φοβηθῆ; Ἐπειδὴ πάντα ὑπομένει, πάντα καταδέχεται καὶ τὸ νὰ διψήσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ ὕδωρ ἀπὸ πόρνην καὶ νὰ μὴ πίῃ. Ὅθεν ἔλεγεν εἰς τοὺς Μαθητάς· «Ἐγὼ βρῶσιν ἔχω φαγεῖν, ἣν ὑμεῖς οὐκ οἴδατε» (αὐτόθι 32). Πάντα δεύτερα θεωρεῖ ἔμπροσθεν εἰς τὴν ἀνθρωπίνην σωτηρίαν. Ἐπειδὴ πρὸ πάντων, καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν ἰδίαν Του ζωήν, τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τιμᾷ καὶ ἀγαπᾷ καὶ τοῦτο δίδει εἰς ἐμὲ τὴν ἀφορμὴν νὰ φωνάξω: «Ἀπὸ γὰρ τῶν κριμάτων σου ἐφοβήθην» (Ψαλμ. ριη’ 120). Διότι ὁ Θεὸς ἡμᾶς πρῶτον ἀγαπᾷ, ἐνῷ ἡμεῖς τὸν ἀγαπῶμεν ὑστερώτερα ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα. Διὰ νὰ μάθῃς λοιπόν, ὅτι πρῶτος ἀπὸ ὅλα πρέπει νὰ ἀγαπᾶται ὁ Θεός, πρόσεχε.
Ἀνίσως ὑπάρχει καὶ ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νὰ παρακινῇ τὴν ψυχὴν εἰς ἀγάπην ἄλλου, ὅμως ἕνα ἀπὸ αὐτὰ εἶναι καὶ τὸ νὰ γνωρίσῃ κανείς, ὅτι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστήσῃ ὑποκείμενον τῆς ἀγάπης του φροντίζει παντοιοτρόπως, ἀκόμη καὶ μὲ εὐεργεσίας καὶ μὲ χαρίσματα πολλὰ νὰ κερδήσῃ τὴν ἀγάπην του καὶ τὸ μεγαλύτερον, ὅτι διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο ἠθέλησε νὰ γίνῃ ὅμοιος μὲ αὐτόν, ὡς γνωρίζων, ὅτι πᾶν τὸ ἀνόμοιον εἶναι καὶ ἀκοινώνητον. Ταῦτα τὰ αἴτια τῆς ἀγάπης ἢ σπανίως εὑρίσκονται εἴς τινα, ἤ εἰς οὐδὲν ὑποκείμενον εὑρίσκονται, εἰμὴ εἰς τὸν Θεὸν μόνον. Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος ὅστις καὶ μὲ εὐεργεσίας μεγάλας καὶ ἀσυγκρίτους καὶ μὲ δωρεὰς ἀκαταλήπτους σύρει κάθε λογικὴν ψυχὴν εἰς τὴν ἀγάπην Του, Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος ὅστις διὰ νὰ ποιήσῃ ἑαυτὸν ὑποκείμενον πρῶτον καὶ καθ’ αὑτὸ τῆς ἀγάπης τοῦ ἀνθρώπου, ἐποίησεν ἑαυτὸν ὅμοιον μὲ τὸν ἄνθρωπον καὶ τοιουτοτρόπως ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ πάθος ἡ θεότης, ἤθελες εἴπει, ὅτι καὶ μὲ πολλήν Του ζημίαν, μὲ πολλήν Του ἐξουθένωσιν καὶ μὲ ἄκραν ταπείνωσιν ἔκαμε τοῦτο.
Διὰ νὰ πληροφορηθῇς τοῦτο, ὕψωσε τὸν νοῦν σου εἰς τοὺς καιροὺς καὶ χρόνους τοὺς πρὸ τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας καὶ βλέπε ἐκεῖ τὸν Θεόν, ὅτι ἦτο τρομερὸς καὶ ἀπρόσιτος.