Λόγος εἰς τὴν ΚΥΡΙΑΚΗΝ τῆς ΣΑΜΑΡΕΙΤΙΔΟΣ, ὅτι ὁ Θεὸς ἀγαπητέος πρῶτος ἀπὸ ὅλα. Ἐκ τῆς Εὐαγγελικῆς Σάλπιγγος Μακαρίου τοῦ ἐν Πάτμῳ ἐλαφρῶς διεσκευασμένος κατὰ τὴν φράσιν.

Σιωπῶσιν οἱ ἄλλοι ἔρωτες εἰς τὴν παρουσίαν Ἐκείνου. Ἐκεῖ ὅπου ἀκούεται κραυγὴ καὶ φωνὴ τῶν ἄλλων ἐπιθυμιῶν, θεῖος ἔρως δὲν βασιλεύει, ἡ τάξις ἀνετράπη, ἠκολούθησε τὸ χάος, ἔγινεν ἡ σύγχυσις καὶ μάτην φαίνεται ὁ Θεός, ὅτι ἠγάπησε πρὸ πάντων τὸν ἄνθρωπον, διὰ νὰ ἔχῃ τὸν πρῶτον τόπον τῆς ἀγάπης. Μάτην ἔγινεν ὅμοιος διὰ νὰ ἀγαπήσωμεν τὸν ὅμοιον.

Ἐπαινετὴ καὶ πτεριβόητος ἡ συνήθεια, ἥτις ἐπεκράτησεν εἰς μίαν ἐπαρχίαν τῆς Ἰνδίας, ἅπαξ τοῦ ἔτους νὰ σβήνωσιν οἱ πολῖται ὅλοι ἐκείνης τῆς ἐπαρχίας ὅλα τὰ φῶτα καὶ νὰ μὴ φαίνεται οὔτε νὰ εὑρίσκεται πῦρ εἰς οὐδενὸς οἰκίαν, οὔτε μικράν, οὔτε μεγάλην, ἀλλὰ μόνον ὁ βασιλεὺς νὰ ἀνάπτῃ τὸ πῦρ καὶ ἀπ’ ἐκεῖνο τὸ πῦρ νὰ δανείζωνται ὅλοι οἱ πολῖται. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταχειρισθῇ τις εἰς καμμίαν αὐτοῦ ὑπηρεσίαν ἄλλο πῦρ, παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν βασιλικὴν αὐλήν, ἐπειδὴ εἰς αὐτὸ τιμᾶται καὶ δοξάζεται ἡ βασιλικὴ μεγαλειότης, ὅτι ἂν δὲν ἀνάψῃ, πῦρ ἐκείνη, οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ἀνάψῃ, ἀλλὰ πάντες κάθηνται μέσα εἰς ἓν σκότος, προσμένοντες πότε νὰ φανῇ τὸ φῶς ὡς ἄλλος ἥλιος ἐκ τῆς βασιλικῆς αὐλῆς καὶ ἐκεῖθεν νὰ διαμοιρασθῇ εἰς ὅλας τὰς πόλεις καὶ χώρας τὰς ὑποκειμένας εἰς τὸν βασιλέα. Θαυμασιώτατα ἐξεικονίζει αὕτη ἡ συνήθεια τὰ πρωτεῖα τῆς θείας ἀγάπης. Λοιπόν, ὡς ἔσχατος ὅρος παρανομίας πρέπει νὰ κρίνεται, ὅταν ἀνάπτῃ πῦρ ἄλλης ἀγάπης ἐντὸς τῆς καρδίας τοῦ εὐσεβοῦς.

Ὅλοι οἱ ἔρωτες τῆς συγγενείας καὶ τῆς ἄλλης οἰκειότητος ἂς εἶναι ὄχι μόνον διωγμένοι ἀπὸ τὴν καρδίαν μας, ἀλλὰ καὶ παντάπασι σβημένοι καὶ εἰς τὸ σκότος τῆς λήθης ἐνταφιασμένοι. Πρῶτος ἂς ἀνάψῃ ὁ θεῖος καὶ βασιλικὸς ἔρως καὶ ἐξ ἐκείνου ἂς δανείζωνται οἱ ἄλλοι τὸ πῦρ τῆς ἀγάπης. Ζητοῦσι τὰ σπλάγχνα μας τὴν ἀγάπην τῆς συγγενείας; Ναί, ἂς δοθῇ, ἂς ἀνάψῃ, ἀλλὰ ἀφοῦ λάβῃ τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὸ πῦρ τοῦ θείου ἔρωτος, διὰ νὰ ἔχῃ τὰ δευτερεῖα Ἐκείνου, διὰ νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ἂν λείψῃ τὸ πῦρ καὶ ἡ θερμότης ἐκείνης τῆς βασιλικῆς ἀγάπης, ψυχρὸς καὶ νενεκρωμένος ἀπομένει τῶν συγγενῶν ὁ ἔρως. Τοῦτο δὲ ὄχι χωρὶς ὑπολογισμόν, ἀλλὰ διὰ νὰ γνωρίζῃ πάντοτε ἡ ἀγάπη τῶν συγγενῶν, ὅτι τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ εἶναι ἔχει ἀπ’ ἐκεῖνο τὸ κέντρον τοῦ θείου πυρὸς καὶ ποτὲ νὰ μὴ ἀποτολμᾷ νὰ ὑπερβῇ τοὺς ὅρους του, οὔτε μὲ οὐδεμίαν ψυχρότητα νὰ σβήσῃ τὴν θερμότητά του. Ζητεῖ τὴν ἀγάπην καὶ ὁ πλησίον· ἂς τὴν ἔχῃ, ἀλλὰ λαμβάνων τὴν ἀρχὴν ἀπὸ τὴν πρώτην φλόγα τοῦ θείου ἔρωτος.