Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος ΒΙΚΤΩΡΟΣ.

Εἰς αὐτὴν τὴν ἀπειλὴν ὁ Μάρτυς ἀπεκρίθη· «Δὲν θέλω φοβηθῆ ποτὲ τὰς ἐπιβαλλομένας εἰς ἐμὲ τιμωρίας σου, ὅσον φοβεραὶ καὶ ἂν εἶναι, διότι ἔχω τὸν Χριστόν, ὅστις μὲ ἐνισχύει καὶ μοῦ παρέχει ὑπομονήν. Μὴ λοιπὸν νομίζεις, ὅτι μὲ φοβερίζεις ὅταν μὲ λόγους μόνον μὲ ἀπειλῇς, διότι τάχα λυπεῖσαι νὰ ἐνεργήσῃς κατ’ ἐμοῦ· ἀλλὰ νὰ ἐκδηλώσῃς μὲ ἔργα τὴν ἐπίθεσιν τῶν διαφόρων βασανιστηρίων, τὰ ὁποῖα σκέπτεσαι νὰ καταφέρῃς ἐναντίον μου. Μάθε, ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστῶ χάριν τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ κάθε εἴδους πόνον καὶ κακομεταχείρισιν τοῦ σώματος».

Ὁ κατάμεστος ἀπὸ μῖσος καὶ ὀργὴν ἐναντίον τοῦ Μάρτυρος δούξ, δυσφορήσας πάρα πολὺ ἀπὸ αὐτὴν τὴν γενναίαν δήλωσιν τοῦ Ἁγίου ἀνδρός, διατάσσει τοὺς ὑπηρέτας του νὰ τὸν κρεμάσουν ἀνάστροφα καὶ νὰ τὸν ἀφήσουν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας. Μετὰ ἀπὸ τρεῖς ἡμέρας μετέβησαν εἰς τὸν τόπον τοῦ Μαρτυρίου οἱ στρατιῶται, μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι θὰ τὸν εὕρισκον πλέον νεκρόν· ἀπερίγραπτος ὡς ἐκ τούτου ὑπῆρξεν ἡ κατάπληξίς των, ὅταν τὸν εἶδον ζῶντα καὶ ὑγιαίνοντα! Ἐκτὸς ὅμως τῆς καταπλήξεως αὐτῆς ἐδοκίμασαν καὶ τὴν φρίκην τῆς δικαίας τιμωρίας τοῦ Θεοῦ ὅλοι οἱ στρατιῶται ἐτυφλώθησαν μόλις ἀντίκρυσαν τὸν Ἅγιον!

Ἡ τιμωρία αὐτή, καίτοι δικαία, ἐν τούτοις προεκάλεσε τὴν λύπην καὶ τον οἶκτον τοῦ μιμηθέντος τὸν Χριστὸν κατὰ τὴν ἀνεξικακίαν Μάρτυρος· δι’ αὐτὸ μετὰ θερμότητος καὶ πίστεως προσηυχήθη εἰς τὸν Θεόν, Ὅστις, διὰ τῶν εὐχῶν τοῦ Μάρτυρος, ἐχάρισε πάλιν εἰς αὐτοὺς τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν.

Ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν παραδόξων καὶ θαυμαστῶν γεγονότων, ποὺ συνέβησαν περὶ τὸν Μάρτυρα, δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ διδάξουν τὸν δύστροπον καὶ μανιώδη δικαστήν, διὰ νὰ ἰδῇ τὴν δύναμιν τῶν μεγάλων θαυμάτων τοῦ Θεοῦ καὶ οὕτω νὰ καταπαύσῃ τὴν ἄσκοπον καὶ ματαίαν κατὰ τῆς εὐσεβείας προσπάθειαν· ἀπ’ ἐναντίας, καταντήσας εἰς τὸ ἔπακρον τῆς κακίας του, ἐκδίδει ἀπαισίαν καὶ φονικὴν διαταγήν, νὰ ἐκδάρουν τὸ καρτερικὸν σῶμα τοῦ Μάρτυρος. Ἀλλὰ καὶ μὲ αὐτὸ δὲν κατέβαλε τὸ γενναῖον φρόνημα τοῦ Μάρτυρος· οὕτω, καθ᾽ ἣν στιγμὴν ὑφίστατο ἀγογγύστως καὶ ὑπομονητικῶς τὸ φρικτὸν αὐτὸ Μαρτύριον, ἐκραύγαζεν ὡς νικητὴς ὁ φερώνυμος τῆς νίκης Βίκτωρ· «Ὦ ἄδικε δικαστά, ἠδυνήθης κατὰ τρόπον αἱμοχαρῆ νὰ μοῦ ἀφαιρέσῃς τὸ δέρμα τοῦ σώματός μου· δὲν θὰ ἠμπορέσῃς ὅμως ποτὲ νὰ ἀποσπάσῃς τὴν ἐσωτερικὴν διάθεσιν τῆς ψυχῆς μου, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὸν Δεσπότην μου Χριστόν».