Ἀκούσας ταῦτα παρὰ τοῦ Μάρτυρος ὁ δούξ, εἶπεν· «Ὅπως νομίζω, Βίκτωρ, ἀπεφάσισες νὰ προτιμήσῃς τὸν θάνατον παρὰ τὴν ζωήν». Ὁ Ἅγιος Βίκτωρ ἀπήντησεν· «Αὐτὸς ὁ θάνατος, τὸν ὁποῖον ἀπειλεῖς, ὦ δικαστά, γίνεται πρόξενος ζωῆς αἰωνίου εἰς αὐτούς, ποὺ ἐστήριξαν τὴν ἐλπίδα των εἰς τὸν Χριστόν, τὸν ἀληθῆ Θεόν, καὶ ὑπομένουν μέχρι τέλους ἀγογγύστως τὰ πρόσκαιρα αὐτὰ βάσανα. Μὲ κατάπληξιν τότε ἠρώτησε πάλιν ὁ δούξ· «Ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς σου αὐτῆς ἐπιμένεις ἀμετατρέπτως;». Ὁ Ἅγιος Βίκτωρ ἀπήντησε μὲ γλυκύτητα· «Ὁπωσδήποτε ἐπιμένω εἰς αὐτήν μου τὴν ἀπόφασιν».
Τότε, ἀφοῦ ὁ μιαρὸς δοὺξ εἶδεν ὅτι δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα οὔτε μὲ τὰς κολακείας οὔτε μὲ τὰς ἀπειλάς, διέταξε νὰ ἐξαρθρώσουν τὰς κλειδώσεις τῶν δακτύλων, εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε τὰ κόκκαλα νὰ ξεφύγουν καὶ ἀπ’ αὐτὸ τὸ δέρμα. Ἡ διαταγὴ αὐτή, ἐκτελεσθεῖσα ταχύτερον τοῦ λόγου, εἰς οὐδὲν ἐπτόησε τὸν καρτερόψυγον Μάρτυρα· ἀπ᾽ ἐναντίας οὗτος ὑπέφερε μετὰ χαρᾶς τοὺς πόνους, διότι ἤδη εἶχε καταστῆ ἄξιος νὰ ἀρχίσῃ τὰ ὑπὲρ τοῦ Χριστοῦ μαρτύρια. Ὁ δὲ δύστροπος δούξ, ἀφοῦ τὸν ὑπέβαλεν εἰς τόσα μαρτύρια, διέταξε νὰ τοῦ δώσουν νὰ φάγῃ. Ὁ δὲ μεγαλόφρων Μάρτυς Βίκτωρ, καίτοι ἐβασανίζετο, ἐν τούτοις ἀπέρριψε περιφρονητικῶς τὴν τροφήν, ὡς ἀκάθαρτον καὶ περιττήν. Τότε ὁ δοὺξ τὸν ἐρωτᾷ: «Διατί δὲν τρώγεις, Βίκτωρ;». Εἰς ἀπάντησιν ὁ ἔνδοξος Μάρτυς Βίκτωρ τοῦ λέγει· «Ἐγὼ ἐπειδὴ ἔχω εἰς τὴν καρδίαν μου μέσα πάντοτε τὴν πνευματικὴν τροφήν, τὸν οὐράνιον ἄρτον, δὲν θὰ πεινάσω ποτέ». Οἱ θεόπνευστοι αὐτοὶ λόγοι τοῦ Μάρτυρος κατέκαυσαν τὸν φοβερὸν δοῦκα, ὁ ὁποῖος ἐθύμωσε πάρα πολὺ καὶ διέταξε νὰ καύσουν μίαν κάμινον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, κατόπιν δὲ νὰ ρίψουν ἐντὸς αὐτῆς τὸν Μάρτυρα.
Τούτου γενομένου εἶχε πλέον τὴν γνώμην ὁ δοὺξ ὅτι ὁ Ἀθλητὴς θὰ εἶχε τελείως ἀποτεφρωθῆ, ὥστε νὰ μὴ εὑρίσκεται οὔτε ἴχνος του εἰς τὴν κάμινον. Δι’ αὐτὸ διέταξε νὰ ἀνοιχθῇ ἡ κάμινος καὶ τὰ ὀστᾶ μὲ τὴν στάκτην τοῦ Μάρτυρος νὰ ριφθοῦν εἴς τινα ποταμόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο ἐκεῖ πλησίον. Ποῖον ὅμως θαῦμα καὶ ποία κατάπληξις ἀνέμενε τοὺς ἐκτελεστὰς τῆς διαταγῆς! Διότι μόλις αὐτοὶ ἤνοιξαν τὴν κάμινον, εὗρον τὸν ἔνδοξον τοῦ Κυρίου Μάρτυρα νὰ ἵσταται εἰς τὸ μέσον αὐτῆς χωρὶς καὶ τὴν παραμικροτέραν πληγήν, τελείως σῷος καὶ ἀκέραιος, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ θιγῆ οὔτε μία τρίχα αὐτοῦ.