Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος ΒΙΚΤΩΡΟΣ.

Ὁ δούξ, ὡς νὰ μὴ ἤκουε τίποτε ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, εἶπεν εἰς τὸν Ἅγιον Βίκτωρα· «Παῦσαι, Βίκτωρ, αὐτὰς τὰς ἀνοησίας σου, αἱ ὁποῖαι καθόλου δὲν σὲ ὠφελοῦν, καὶ ἔλα νὰ θυσιάσῃς εἰς τοὺς θεούς». Ὁ Μάρτυς ἀπήντησε· «Δὲν εἶμαι ἀνόητος, ὦ δικαστά, ὅπως ἐσφαλμένως νομίζεις, ἀλλὰ πολὺ φρόνιμος, μὴ ἐπιθυμῶν νὰ ἀρνηθῶ τὸν ζῶντα καὶ ἀληθινὸν Θεόν· ἀνόητοι δὲ καὶ παράφρονες εἶσθε σεῖς καὶ ὅσοι πειθαρχοῦν εἰς τὰ παράνομα προστάγματά σας, διότι λατρεύουσιν ὡς Θεὸν ἀντὶ τοῦ Δημιουργοῦ τὴν κτίσιν καὶ θυσιάζουν εἰς ψευδεῖς θεοὺς καὶ δαιμόνια. Συμβαίνει δὲ αὐτό, διότι ὁ πατέρας σας σατανᾶς, ὅστις εἶναι ἀνέκαθεν ψεύστης καὶ δὲν παραμένει ποτὲ εἰς τὴν ἀλήθειαν, σᾶς ἐξηπάτησε, ἐπειδὴ θεληματικῶς κατεστρέψατε τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς καρδίας σας διὰ νὰ μὴ ἠμπορέσετε νὰ διακρίνετε τὸ φῶς τῆς εὐσεβείας καὶ νὰ καταλάβετε τὴν πραγματικὴν θεοσέβειαν».

Ὅταν εἶπε τοὺς θαρραλέους αὐτοὺς λόγους ὁ Μάρτυς, ὁ δικαστὴς ἔγινεν ὡς παράφρων καταληφθεὶς ἀπὸ ὀργὴν καὶ ἀσυγκράτητον θυμόν· ὑπὸ τὸ κράτος δὲ αὐτῶν τῶν παραφόρων παθῶν διατάσσει νὰ βγάλουν τὰ νεῦρα τοῦ Μάρτυρος ἀπὸ ὅλον τὸ σῶμα. Ἀφοῦ ἀγογγύστως ὑπέστη ὁ πολυπαθὴς Ἀθλητὴς τοῦ Κυρίου καὶ αὐτὴν τὴν ἀνυπόφορον ποινήν, τὴν ὁποίαν ἐνεπνεύσθη ἡ ἀπάνθρωπος θηριωδία τοῦ τυράννου, εἶπε πρὸς αὐτόν· «Μὲ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ δὲν αἰσθάνομαι καθ’ ὁλοκληρίαν τοὺς πόνους καὶ μὲ αὐτὴν διασκορπίζονται αἱ ὀδύναι, ὅπως ἀκριβῶς κανείς, ὅταν βγάζῃ ἀπὸ τὸν πόδα του μίαν ἄκανθαν, ἀφαιρεῖ μαζὶ μὲ αὐτὴν καὶ τὸν πόνον, τὸν ὁποῖον ἐπροξενοῦσε τὸ ἀγκάθι καὶ ἐξασφαλίζει τὴν ἀνακούφισιν εἰς τὸ σῶμα, τὸ ἴδιον νομιίζω, πὼς ἔχει συμβῆ καὶ εἰς ἐμέ· διότι εὐθὺς ὡς ἀπεσπάσθησαν ἀπὸ τὸ σῶμα μου ὅλα μου τὰ νεῦρα, ἀνεπαύθην τελείως καὶ μὲ τὴν Χάριν τοῦ Κυρίου μου Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν αἰσθάνομαι τώρα καμμίαν ὀδύνην».

Ἀπὸ τὰς ἀπαντήσεις αὐτὰς ἐξεμάνη καὶ ἐξωργίσθη περισσότερον ἀκόμη ὁ φλογερὸς ἐραστὴς τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ ὁ τύραννος· ἀμέσως λοιπὸν διατάσσει νὰ καύσωσιν ἔλαιον πάρα πολύ, εἰς βαθμὸν κοχλάζοντα, καὶ νὰ τὸ ρίψουν εἰς τὰ ἀπόκρυφα μέλη τοῦ Μάρτυρος. Ὅταν καὶ αὐτὸ ἐξετελέσθη εἰς χρόνον ταχύτερον τῆς ὁμιλίας, ὁ γενναιότατος Μάρτυς ἔλεγε πρὸς τὸν τύραννον· «Τὸ κατὰ τῶν μελῶν μου χυθὲν κοχλάζον ἔλαιον τὸ αἰσθάνομαι ὡσὰν δροσερὸν ὕδωρ, τὸ ὁποῖον προσφέρουν εἰς ἄνθρωπον πολὺ διψασμένον ἀπὸ ζέστην καὶ ὁ ὁποῖος ἀφοῦ τὸ πίῃ, ξεδιψᾷ καὶ δροσίζεται».