Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ μνήμη τοῦ Ἁγίου Μεγαλομάρτυρος ΒΙΚΤΩΡΟΣ.

Ἐξ αἰτίας τῶν πανσόφων αὐτῶν λόγων ὠργίσθη ἀκόμη περισσότερον ὁ ἔχων σύμφυτον εἰς τὸν χαρακτῆρα του τὰ πάθη τῆς ὀργῆς καὶ τοῦ θυμοῦ. Δι’ αὐτό, τυφλωμένος ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά, διατάσσει νὰ κρεμάσουν τὸν Μάρτυρα εἰς ἕνα ἰκρίωμα καὶ νὰ κατακαίουν τὸ σῶμα του μὲ ἀναμμένας λαμπάδας. Καὶ μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βασανιστικὸν μαρτύριον, καταφλογιζόμενος ἀνυπόφορα ἀπὸ τὰς λαμπάδας, παρέμενε τελείως ἀπαθὴς καὶ χωρὶς πόνους, ὡς νὰ ἔπασχεν ἄλλος, ἐνισχυόμενος καὶ ἐνδυναμούμενος ἀπὸ τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκ τῶν οὐρανῶν κατερχομένην βοήθειαν.

Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ πανένδοξος Μάρτυς οὐδόλως κατεβάλλετο ἀπὸ τὰ φοβερὰ βασανιστήρια, ὁ φοβερὸς καὶ ἀπάνθρωπος δοὺξ ᾐσθάνετο ὡς νὰ ἐξεσχίζοντο τὰ σπλάγχνα του ἀπὸ τὴν φοβερὰν ὀργὴν καὶ διετίθετο μὲ περισσοτέραν μανίαν ἐναντίον τοῦ Μάρτυρος, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποφέρῃ τὴν ἀνυποχώρητον ὑπομονὴν τοῦ γενναίου Βίκτωρος, μὲ τὴν ὁποίαν κατενίκα πᾶσαν ἐμπειρίαν βασάνου καὶ τιμωρίας· παραλογιζόμενος πλέον ἀπὸ τὴν κατὰ τοῦ Μάρτυρος μανίαν ὁ δοὺξ διατάσσει νὰ ἀναμίξουν ἀσβεστόσκονιν μὲ ὄξος δυνατὸν καὶ νὰ τὸ ρίψουν εἰς τοὺς πληγωμένους βραχίονας καὶ τὸν λάρυγγα τοῦ Μάρτυρος. Ἀφοῦ καὶ αὐτὸ τὸ βίαιον βασανιστήριον ὑπέμεινεν ἀγογγύστως ὁ καρτερικὸς ἀδάμας εἶπε πρὸς τὸν τύραννον· «Καὶ ἀπὸ τὴν μελόπιττα περισσότερον γλυκείας θεωρῶ, διὰ τὸν Χριστόν μου, τὴν πικροτάτην ἐκείνην γεῦσιν καὶ τὴν ἀφόρητον δριμύτητα, τὰς ὁποίας μόλις πρὸ ὀλίγου ἐδοκίμασα».

Τότε πλέον μὴ ὑποφέρων τὸ τόσον μεγάλον θάρρος τοῦ Μάρτυρος ὁ παμμίαρος δούξ, διέταξε νὰ τοῦ ἐξορύξουν τοὺς ὀφθαλμούς. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ἀνυπόφορον εἰς πόνους καὶ ἀβάστακτον εἰς συμφορὰν τιμωρίαν ὑπέμεινε μὲ γενναιότητα ὁ μεγαλόψυχος Ἀθλητής! Τυφλὸς δὲ καὶ μὲ αἵματα εἰς τὸ πρόσωπον εἶπε πρὸς τὸν τύραννον· «Ἂν καὶ μὲ ἐτύφλωσες σωματικῶς, σὺ ποὺ εἶσαι τελείως τυφλὸς ψυχικῶς, ἐν τούτοις ἐξησφάλισες εἰς ἐμὲ λαμπροτέρους τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς διανοίας, διὰ νὰ βλέπουν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ ὁποῖον φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐπιποθοῦντα νὰ γνωρίσῃ τὴν ἀλήθειαν».

Εὐθὺς ὡς ἤκουσε τοὺς λόγους αὐτοὺς ὁ δοὺξ ἀπήντησε· «Βίκτωρ, μὲ ἐξαναγκάζεις, μὲ αὐτοὺς τοὺς παραλογισμούς σου, νὰ σοῦ προξενήσω περισσοτέρας καὶ μεγαλυτέρας τιμωρίας».