Ὁ δὲ ὡς ὑπερήφανος καὶ ἀσύνετος οὐ συνῆκεν, οὔτε ἔδραμε πρὸς τὸν Θεὸν μὲ δάκρυα νὰ τοῦ ζητήσῃ ἔλεος, ἀλλὰ ἔμεινεν ἀμέριμνος, μόνον ἐζήτει νὰ μάθῃ ἐκείνου, ὅπου ἔμελλε νὰ βασιλεύσῃ, τὸ ὄνομα· ἔστειλε δὲ πολλὰς φορὰς εἰς τὴν Ὁσίαν μήνυμα νὰ τοῦ τὸ φανερώσῃ, ἀλλ’ ἐκείνη δὲν ἠθέλησεν, ἕως οὗ εἰς ὀλίγας ἡμέρας ἐφόνευσεν αὐτὸν ὁ στρατός. Ὁμοίως καὶ ὁ Μιχαὴλ κατακοπεὶς, ἀπέρριψε τὴν ζωὴν καὶ ἐβασίλευσεν ὁ Μακεδὼν Βασίλειος. Φθάνουσι ταῦτα ἵνα φανερώσουν τὸ προφητικὸν τῆς Ὁσίας χάρισμα· ἂς ἔλθωμὲν δὲ εἰς τὰ λοιπὰ αὐτῆς θαυματουργήματα.
Μία γυνὴ εὐγενὴς καὶ πάγκαλος ἀπὸ τὴν πόλιν τῆς Ὁσίας, ἤτοι τὴν Καππαδοκίαν, ἦτο ἀρραβωνιασμένη μετά τινος. Ἔπειτα μετενόησεν ἡ γυνὴ καὶ δὲν τὸν ἤθελε· διὰ νὰ μὴ τὴν ἐνοχλῇ δέ, ἔφυγεν ἀπ᾽ ἐκεῖ καὶ ἐκαλογερεύθη εἰς τὸ Μοναστήριον τῆς Ἁγίας. Ὁ δὲ διάβολος φθονήσας ἀνέφλεγε τὸν μνηστῆρα εἰς πολλὴν ἀγάπην πρὸς αὐτὴν καὶ ἀνείκαστον ἔρωτα. Ὅθεν μὴ δυνάμενος ἐκεῖνος νὰ τὴν ἐξαγάγῃ ἀπὸ τὸ Μοναστήριον, ἐμέθυσε τόσον ἀπὸ τὸν ἔρωτα, ὥστε εὗρεν ἕνα μάγον, ὑπηρέτην τοῦ δαίμονος δοκιμώτατον, καὶ τοῦ ἔταξε πολλὰ χρήματα, ἐὰν φέρῃ τὴν γυναῖκα μὲ τὰς μαντείας του εἰς τὸ θέλημά του. νὰ τὸν πάρῃ ἄνδρα της. Ἔκαμε λοιπὸν ὁ μάντις ἐκεῖ εἰς τὴν Καππαδοκίαν τὴν τέχνην του. Ἡ δὲ γυνὴ ἐξῆλθεν ἀπὸ τὸν νοῦν της, καὶ ἐγύριζεν ὅλον τὸ Μοναστήριον φωνάζουσα καὶ κράζουσα τὸν ἄνδρα της ἐξ ὀνόματος, ὤμνυεν ὅρκους φοβερούς, ὅτι ἐὰν δὲν τῆς ἀνοίξουν τὴν θύραν, ἵνα ὑπάγῃ νὰ τὸν εὕρῃ, θὰ ἐπνίγετο. Ταῦτα ἡ Ὁσία ἀκούσασα ἔκλαιε καὶ τύπτουσα τὸ πρόσωπον ἔλεγεν· «Οἴμοι τῇ ἀθλίᾳ ὅτι διὰ τὴν ἀμέλειαν τῶν βοσκῶν ἁρπάζουσιν οἱ λύκοι τὰ πρόβατα. Ἀλλὰ ματαίως κοπιᾷς, πονηρὲ διάβολε, ὅτι ὁ Χριστὸς δὲν σὲ ἀφήνει νὰ καταπίῃς τὴν ἀμνάδα μου». Τότε συνάγει πᾶσαν τὴν ἀδελφότητα, ἀφοῦ δὲ τὰς ἐδίδαξε καὶ ἐνουθέτησε νὰ φυλάσσωνται ἀπὸ τὰς πανουργίας τοῦ δαίμονος, ἐπρόσταξε νὰ νηστεύσουν ὅλαι ὅλην τὴν ἑβδομάδα, πρὸς Θεὸν εὐχόμεναι, καὶ νὰ κάμνουν διὰ τὴν ἀδελφὴν καθ’ ἡμέραν μετανοίας χιλίας μὲ δάκρυα. Οὕτως ἑκάστη εἰς τὸ κελλίον της ηὔχετο.
Κατὰ δὲ τὴν τρίτην νύκτα βλέπει ἡ Ἁγία, ἐκεῖ ὅπου ηὔχετο τὸ μεσονύκτιον, ἔμπροσθεν αὐτῆς τὸν μέγαν Βασίλειον, καὶ τῆς λέγει· «Διατί μᾶς ὀνειδίζεις, Εἰρήνη, ὅτι ἀφήνομεν καὶ γίνονται εἰς τὴν πατρίδα μας τὰ μιαρὰ καὶ ἀνόσια; Ὅταν ἐξημερώσῃ παράλαβε τὴν ἀσθενῆ σου μαθήτριαν νὰ τὴν ὁδηγήσῃς εἰς τὰς Βλαχέρνας, ἐκεῖ δὲ θέλει ἔλθει νὰ τὴν ἰατρεύσῃ ἡ μήτηρ τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, ἥτις ἔχει τὴν δύναμιν».