διότι πολλὰ ηὐφράνθη ἡ ψυχή μου ἀπὸ τοὺς θείους λόγους σου καὶ πλέον δὲν ἠμπορῶ νὰ μείνω εἰς αὐτὸν τὸν πλάνον κόσμον, οὔτε νὰ βλέπω τὰς ψευδεῖς αὐτοῦ δόξας καὶ φαντασίας· λοιπὸν παρακαλῶ σε νὰ μὲ διδάξῃς πῶς νὰ ἀποφεύγω τὴν ματαιότητα τοῦ κόσμου, καὶ νὰ ἀξιωθῶ αὐτὴν τὴν ζωήν, τὴν ὁποίαν ζῆτε ἡ ἁγιωσύνη σας, διότι μελετοῦν οἱ γονεῖς μου συντόμως νὰ μὲ ὑπανδρεύσουν. Ὅθεν διὰ τοῦτο ἀπεφάσισα μίαν ὥραν ἐνωρίτερον νὰ ἀναχωρήσω ἐντεῦθεν καὶ νὰ ὑπάγω εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος, καὶ ζητῶ τὴν συμβουλήν που, Ὅσιε πάτερ».
Ταῦτα ἀκούσας ὁ Γέρων τοῦ ἀπεκρίθη· «Βλέπω, τέκνον μου, ὃτι ὁ σκοπός σου εἶναι θεῖος καὶ ἡ τοῦ Θεοῦ ἀγάπη ἐκυρίευσε τὴν ψυχήν σου· καὶ λοιπόν, αὐτὸ τὸ ὁποῖον μελετᾷς, πρέπει νὰ τελειώσῃς τὸ συντομώτερον, ἐγὼ δὲ σοῦ γίνομαι συνοδοιπόρος καὶ ὁδηγός, ἕως οὗ σὲ ὑπάγω εἰς τὸ Ὄρος». Τότε ἐπινοήσας τὸν τρόπον τῆς φυγῆς ὁ μακάριος Σάββας, τὸν μὲν Γέροντα ἔστειλεν ἔμπροσθεν εἴς τι μέρος νὰ τὸν προσμένῃ, αὐτὸς δὲ ἐπῆγεν εἰς τοὺς γονεῖς του καὶ εἶπε πρὸς τὸν πατέρα του· «Ἤκουσα ὅτι τὸ δεῖνα ὄρος ἔχει πολὺ κυνήγιον, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε ἄδειαν καὶ τὴν εὐχήν σας διὰ νὰ ὑπάγω νὰ κυνηγήσω καὶ νὰ διασκεδάσω καὶ ὀλίγον καιρόν· παρακαλῶ δὲ νὰ μὴ θυμωθῆτε κατ’ ἐμοῦ». Ὁ δὲ πατήρ του τοῦ ἔδωκεν ἄδειαν καὶ δούλους ὅσους ἤθελε καὶ τοῦ ηὐχήθη.
Ἀναχωρήσας ὁ μακάριος Σάββας μὲ πολλὴν χαρὰν ἦλθεν ἐκεῖ ὅπου τὸν ἀνέμενεν ὁ Γέρων, καὶ τοὺς μὲν δούλους ἐπρόσταξε νὰ καθίσουν ἐκεῖ νὰ τὸν περιμένουν, αὐτὸς δὲ ὁμοῦ μὲ τὸν Γέροντα ἐπῆγαν εἰς ἕνα χωρίον, ὅπερ ἦτο πλησίον, καὶ ἐκεῖ ἀλλάξας τὰ βασιλικὰ ἐνδύματα εἰς ἑνὸς πτωχοῦ οἰκίαν καὶ φορέσας τὰ τοῦ πτωχοῦ ἐκείνου, ἐπῆγαν καὶ οἱ δύο εἰς τὸ Ἅγιον Ὂρος εἰς τὸ ρωσικὸν Μοναστήριον, ἐκεῖ δὲ ἐγυμνάζετο παρὰ τοῦ Γέροντος ἐκείνου τὰ τῆς μοναδικῆς πολιτείας, τὰ ὁποῖα ἐτελείωνε μὲ μεγάλην προθυμίαν καὶ ὑπακοήν, εὐλαβούμενος τὸν Γέροντά του ὡς ἔπρεπεν.
Οἱ δὲ γονεῖς αὐτοῦ ἔκλαιον ἀπαρηγόρητοι καὶ ἔστειλαν ἀνθρώπους εἰς κάθε μέρος νὰ τὸν ζητήσουν ἐπιμόνως, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑποφέρουν τὴν στέρησιν τοιούτου ὡραιοτάτου καὶ φρονιμωτάτου υἱοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχεν ὁ πατήρ του διὰ διάδοχον τῆς βασιλείας του. Πηγαίνοντες δὲ πανταχόθεν οἱ βασιλικοὶ ἄνθρωποι, ἦλθον καὶ εἰς τὸ Ἅγιον Ὄρος ἀπὸ αὐτοὺς τρεῖς ἄρχοντες, ἐνεργήσαντες δὲ ἀκριβῆ ἐξέτασιν, τὸν εὗρον εἰς τὸ ρηθὲν Μοναστήριον καὶ ἐζήτησαν νὰ τὸν πάρουν. Ὁ μακάριος ὅμως Σάββας