Διδαχὴ εἰς τὴν Ε’ Κυριακὴν τῶν νηστειῶν περὶ Παραδείσου, Ἡλία Μηνιάτη, ἐπισκόπου Κερνίκης καὶ Καλαβρύτων, ἐλαφρῶς διασκευασθεῖσα κατὰ τὸ λεκτικόν.

Λοιπόν, ὦ Παράδεισε, ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ σὲ κερδίσωμεν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ καταλάβωμεν. Ἀλλὰ ἀκούσατε καὶ ἄλλο· «καὶ δώσω σοι τὰς κλεῖς»· τὰ κλειδιὰ λέγει ·ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο νὰ εἴπῃ καὶ δώσω σοι τὴν κλεῖδα; Τὸ κλειδί; Μὲ ἕνα κλειδὶ δὲν ἀνοίγεται ἆρά γε ὁ Παράδεισος; Τὰ κλειδιὰ μὲ τὰ ὁποῖα ἀνοίγομεν τὰς θύρας εἶναι πολλῶν εἰδῶν· εἶναι κλειδὶ σιδηροῦν, ἠμπορεῖ ὅμως νὰ εἶναι καὶ χρυσοῦν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ξύλινον· τοιαῦτα εἶναι τὰ κλειδιὰ τοῦ Παραδείσου καὶ διὰ τοῦτο τὰ λέγει κλειδιὰ καὶ ὄχι κλειδί· εἶναι σιδηροῦν, εἶναι χρυσοῦν, εἶναι ξύλινον. Τὸ ξύλινον εἶναι τοῦ πτωχοῦ· ὁ πτωχὸς ἠμπορεῖ μὲ τὴν πενίαν του νὰ ἀνοίξῃ τὸν Παράδεισον, νὰ σωθῇ· τὸ χρυσὸν εἶναι τοῦ πλουσίου· ὁ πλούσιος μὲ τὸν πλοῦτόν του ἠμπορεῖ νὰ ἀνοίξῃ τὸν Παράδεισον, νὰ σωθῇ· τὸ σιδηροῦν εἶναι παντὸς ἀνθρώπου, ὅστις δὲν εἶναι οὔτε τόσον πτωχός, οὔτε τόσον πλούσιος καὶ οὗτος ἠμπορεῖ νὰ ἀνοίξῃ τὸν Παράδεισον, νὰ σωθῇ. Ὥστε εὔκολα ἠμπορεῖ νὰ σωθῇ καὶ πτωχὸς καὶ πλούσιος καὶ πᾶς ἄνθρωπος. Ὦ Παράδεισε! Παράδεισε! ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ σὲ κερδίσωμεν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ καταλάβωμεν.

Μέρος Δεύτερον

ΠΡΟΣ τὸν Παράδεισον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμιλήσαμεν ἕως τώρα, δύο εἶναι αἱ ὁδοί, ἡ μία στενὴ καὶ τεθλιμμένη, καθὼς λέγει ὁ Χριστός· «στενή καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν» (Ματθ. ζ’ 14). Στενή· τόσοι Ἀσκηταί, οἵτινες τὴν ἐπεριπάτησαν, ἄφησαν ὀπίσω ὅλον τὸν κόσμον καὶ τὰ ἐγκόσμια καὶ ἐπέρασαν γυμνοί. Τόσοι Ἅγιοι Μάρτυρες, οἵτινες τὴν ἐρράντισαν, ὄχι μὲ τὸν ἱδρῶτα, ἀλλὰ μὲ αἷμα. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες περιπατοῦν μὲ τὴν κεφαλὴν πολλὰ ὑψηλήν, ἂν δὲν χαμηλώσωσιν ὀλίγον, ἐδῶ δὲν χωροῦν, ἡ ὁδὸς εἶναι στενή. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔφαγον πολὺ καὶ ἐπάχυναν, ἄν δὲν λεπτύνουν τὴν σάρκα των, ἐδῶ δὲν χωροῦν, ἡ ὁδὸς εἶναι στενή. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ροῦχα πολλά, σύρουν μεθ’ ἑαυτῶν καὶ πολλὰ ἄλλα ἐμπόδια, ἂν δὲν ἐλαφρωθῶσιν, ἐδῶ δὲν χωροῦν, ἡ ὁδὸς εἶναι στενή. Αἱ γυναῖκες ἄχ! πολλά εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀφήσουν, ἂν θέλουν νὰ χωρέσουν! Ἡ ὁδὸς εἶναι στενὴ καὶ τεθλιμμένη, γεμάτη ἀκάνθας καὶ τριβόλους· πρέπει νὰ ἱδρώσωμεν καὶ νὰ ὑποφέρωμεν, πρέπει νὰ ὑπομείνωμεν πολλά, πρέπει νὰ ταλαιπωρηθῶμεν πολλά, διὰ νὰ περάσωμεν, διὰ νὰ ἀναβῶμεν· «διὰ πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τὴν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. ιδ’ 22).