Στοχάσου πάλιν, ἔστω, ὅτι ποτὲ δὲν θέλεις ἀποθάνει, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἔχεις ὅλα τὰ καλὰ τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ἢ τὰ περισσότερα ἢ τὰ ἀρκετά· ἀλλὰ καὶ πάλιν ἂν καὶ ὁ φόβος τοῦ θανάτου δὲν πικραίνει τὴν καρδίαν σου, ἡ μερικὴ ἐκείνη εὐτυχία, τὴν ὁποίαν ἔχεις, δὲν θεραπεύει τὴν ἐπιθυμίαν σου· κάτι σοῦ λείπει καὶ τὸ ἐπιθυμεῖς. Εἶσαι εὐτυχής, ἀλλ’ ἤθελες νὰ εἶσαι ἀθάνατος, ὥστε αὐτὴ δὲν εἶναι εὐτυχία. Μὲ ὅλην τὴν μεγάλην εὐτυχίαν τοῦ κόσμου, δὲν εἶσαι εὐτυχής, ἄν ἀποθνῄσκῃς· μὲ μίαν μικρὰν εὐτυχίαν τοῦ κόσμου, δὲν εἶσαι εὐτυχής, ἔστω καὶ ἂν εἶσαι ἀθάνατος. Ἀλλὰ ἂν ἔχῃς ὅλην τὴν εὐτυχίαν, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ νὰ ἐπιθυμήσῃ ἡ καρδία σου καὶ νὰ μὴν ἔχῃς κανένα φόβον θανάτου, ὅστις νὰ σὲ στερήσῃ ἀπὸ αὐτὴν εὐτυχίαν σου, τί εἴδους εἶναι ἡ τοιαύτη ζωή; Πάντα εὐτυχισμένος, χωρὶς φόβον ποτὲ νὰ δυστυχήσῃς, πλούσιος, χωρὶς φόβον ποτὲ νὰ πτωχύνῃς, ὑγιής, χωρὶς φόβον ποτὲ νὰ ἀρρωστήσῃς. Δὲν ὑπάρχει φθόνος νὰ σὲ πειράξῃ, δὲν ὑπάρχει ἀσθένεια νὰ σὲ μαραίνῃ, δὲν ὑπάρχει θάνατος νὰ σὲ πάρῃ. Παντοτεινὰ μακάριος καὶ παντοτεινὰ ζωντανός, ὅλα τὰ καλὰ καὶ ζωὴ ἀθάνατος· τὶ εἴδους εἶναι ἡ τοιαύτη ζωή; Αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι ὁ Παράδεισος.
Ἀλλὰ καὶ χαρὰ χωρὶς τέλος, αὐτὴ εἶναι μία χαρὰ ἄπειρος καὶ τελεία, ἀτελεύτητος καὶ ὅλη ὁμοῦ, καθὼς ἐξηγοῦν τὸ αἰώνιον οἱ Θεολόγοι, ὅπερ θέλει νὰ εἴπῃ· ὅση εἶναι ἡ χαρὰ ἐκείνη εἰς ὅλον τὸν αἰῶνα μακρά, τόση εἶναι ὅλη ἡ αὐτὴ χαρά, χωρὶς ποτὲ νὰ ὀλιγοστέψῃ· καὶ ὅση εἶναι εἰς ὅλον τὸν αἰῶνα μεγάλη, τόση εἶναι εἰς κάθε στιγμὴν τοῦ αἰῶνος ὅλη ὁμοῦ. Χαίρεσαι ὅλην τὴν μακαριότητα εἰς ὅλον τὸν αἰῶνα καὶ χαίρεσαι ὅλην τὴν μακαριότητα εἰς κάθε στιγμὴν τοῦ αἰῶνος. Ὅσον εἶσαι μακάριος εἰς ὅλην ἐκείνην τὴν αἰώνιον ζωήν, τόσον εἶσαι μακάριος εἰς κάθε στιγμὴν ἐκείνης τῆς αἰωνίου ζωῆς· τί εἴδους χαρὰ εἶναι αὕτη; Ἡ θάλασσα εἶναι ἁλμυρά· ὑπόθεσε ὅτι πέφτει μία σταλαγματιὰ νεροῦ ἀπὸ τὸν οὐρανὸν καὶ ὅλην τὴν γλυκαίνει, ἠμπορεῖς νὰ καταλάβῃς πόσον γλυκὺ θὰ εἶναι τὸ νερὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πέφτει ἀπὸ τὸν οὐρανόν; Πικρὸς εἶναι ὁ ᾅδης, ἀλλ’ ἂν ἔπεφτε μέσα εἰς αὐτὸν μία σταλαγματιὰ ἀπὸ τὴν χαρὰν ἐκείνην τοῦ Παραδείσου, ἐγλύκαινεν ὅλην ἐκείνην τὴν πικρίαν, ὁ ᾅδης ἐγίνετο Παράδεισος· ἠμπορεῖς νὰ καταλάβῃς τί εἴδους χαρὰ εἶναι ἐκείνη;
Ἔκαμε πόλεμον ὁ λαὸς τῆς παλαιᾶς Ρώμης, ἐνίκησε τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν πόλιν οἱ νικηταὶ στρατιῶται. Συνέτρεξαν εἰς τὰς πύλας τῆς πόλεως οἱ συγγενεῖς, πατέρες, μητέρες, ἀδελφοί, νὰ ἴδωσι ποῖοι ἀπὸ τοὺς στρατιώτας ἔρχονται ζῶντες καὶ ποῖοι ἔπεσαν εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν.