Ἡ Βασιλεία τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ δὲν εἶναι ἡ βασιλεία τοῦ κόσμου τούτου· εἶναι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, εἶναι ἡ μακαριότης τοῦ Θεοῦ, εἶναι ἡ δόξα ἡ ἀτελεύτητος, εἶναι ἡ ζωὴ ἡ ἀθάνατος, εἶναι μὲ ἕνα λόγον ὁ Παράδεισος. Παράδεισος! μόνον νὰ τὸν συλλογισθῶ, εὐφραίνεται ἡ ψυχή μου. Παράδεισος! Ἡ εὐτυχισμένη πατρὶς τῶν Προπατόρων μου, ὁ γλυκὺς λιμὴν τῆς ἐλπίδος μου, ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς ἀγάπης μου, τὸ ὕστερον βραβεῖον τῆς Πίστεώς μου. Περὶ Παραδείσου σήμερον εἶναι ὁ λόγος, εὐλογημένοι Χριστιανοί. Ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι μία ὑπόθεσις, ἥτις ὑπερβαίνει κάθε γλῶσσαν καὶ κάθε νοῦν· διότι οὔτε ἄνθρωπος, οὔτε Ἄγγελος ἤθελε δυνηθῆ ποτὲ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὸν Παράδεισον, καθὼς εἶναι. Ὅθεν δὲν σᾶς ὑπόσχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὶ εἶναι ὁ Παράδεισος, φθάνει νὰ σᾶς εἰπῶ ὀλίγον τι περὶ τούτου· καὶ ἄν δὲν δυνηθῶ νὰ δώσω μίαν τελείαν αὐτοῦ εἰκόνα, θέλω κάμει μίαν παραμικρὰν σκιαγραφίαν. Ὦ Παράδεισε! ἔλεγεν εἷς ἅγιος Διδάσκαλος, ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ σὲ κερδήσωμεν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ καταλάβωμεν.
Μέρος Πρῶτον
ΓΝΩΡΙΖΕΤΕ, νὰ μοῦ εἴπητε, διὰ ποίαν ἀφορμὴν κλαίει τὸ βρέφος ὅταν γεννᾶται καὶ ἐξέρχεται ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός; Ἄλλος λέγει τὸ ἕνα καὶ ἄλλος τὸ ἄλλο· ἀλλ’ ἡ ἀληθινὴ φυσικὴ ἀφορμὴ εἶναι διὰ τοῦτο μᾶλλον, διότι ἐβγαίνει ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός. Ἐκεῖ μέσα νομίζει, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ὁ κόσμος του, ὅτι ἐκείνη εἶναι ἡ ἀνάπαυσίς του· καὶ ἂν τὸ βρέφος ἐκεῖνο εἶχε σωστὰ τὰ λογικά του, ὅστις ἤθελε τὸ ἐρωτήσει ἂν εὐχαριστεῖτο νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του ἤθελεν ἀποκριθῆ, ὅτι ἤθελε νὰ παραμένῃ πάντοτε ἐκεῖ μέσα καὶ νὰ μὴ ἐξέλθῃ ποτέ. Διατὶ δὲ; Διότι φυσικὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρὸν βλέπομεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ παρὸν ἔχομεν, ἐκεῖνο θέλομεν καὶ ἀγαπῶμεν. Ὅταν ἐξέλθῃ τὸ βρέφος ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός του, νομίζει ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ἀνάπαυσίν του, ὅτι ἔχασε τὴν ζωήν του, ὅτι ἐστερήθη τὸν κόσμον του· καὶ διὰ τοῦτο κλαίει, δακρύει καὶ πονεῖ.
Αὐτὴ ἡ ἰδία αἰτία εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κάμνει καὶ ἡμᾶς νὰ πονοῦμεν τόσον διὰ τὸν θάνατον. Διότι νομίζομεν, ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν παροῦσαν ζωὴν δὲν ὑπάρχει ἄλλη· ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ ταύτην τὴν ἀνάπαυσιν δὲν ὑπάρχει ἄλλη· ἂν δὲ ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν μας, ἡμεῖς θὰ ἠθέλαμεν νὰ παραμένωμεν πάντα ἐδῶ καὶ οὐδέποτε νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ ταύτης.