Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν σάρκα πολὺ τρυφερὰν καὶ θέλουν νὰ περιπατῶσιν ἐπάνω εἰς τὰ βαμβάκια καὶ εἰς τὰ ρόδα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν στομάχι ἀδύνατον καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ χωνεύσωσιν ἕνα λόγον· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν ἀνάπαυσιν καὶ τὴν τρυφήν, ἐδῶ δὲν χωροῦν· ἡ ὁδὸς εἶναι στενὴ καὶ τεθλιμμένη. Ποῖος θέλει νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν Παράδεισον; Ὅλοι θέλουν· ἀλλ’ ἂς γνωρίζωσιν ὅλοι, ὅτι ἡ ὁδὸς εἶναι στενὴ καὶ τεθλιμμένη.
Εἶναι καὶ μία ἄλλη ὁδὸς πλατεῖα καὶ εὐρύχωρος, ἀπὸ τὴν ὁποίαν διέρχεται μία ἅμαξα. Ἀπ’ αὐτὴν βλέπω καὶ ἐπέρασε μόνος ἕνας Προφήτης Ἠλίας. Ἄφησε ὅμως πρῶτον τὴν μηλωτήν του καὶ ἔπεσε καὶ κατόπιν ἐπέρασε. Θέλεις καὶ σύ, Χριστιανέ, νὰ ὑπάγῃς εἰς τὸν Παράδεισον, ἀπὸ τὴν πλατεῖαν ὁδὸν καθὼς ὁ Προφήτης Ἠλίας; Ἔχε ἅρμα πυρός, ἤτοι θερμὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον· διότι «ἐν ταύταις ταῖς δυσὶν ἐντολαῖς ὅλος ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆται κρέμανται» (Ματθ. κβ’ 40)· «πάσης γὰρ ἀρετῆς ἐστιν ὑπόθεσις καὶ ἐν τούτῳ σωζόμεθα πάντες». Ὁ Ἡλίας διὰ νὰ ἀναβῇ εἰς τὸν οὐρανόν, ἀπέρριψε πρῶτον ἀπὸ ἐπάνω του τὸ ἔνδυμά του· ὅπερ θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸν Παράδεισον δὲν ἀναβαίνομεν μὲ τὰ ἐνδύματα. Τί δὲ ἦτο τὸ ἔνδυμα τοῦ Προφήτου Ἠλιοῦ; Μία μηλωτή, τοὐτέστι μία γοῦνα, ἡ δὲ γοῦνα εἶναι ἕνα δέρμα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ ὁ Ἠλίας τὸ ἀπέρριψεν· ὅπερ σημαίνει ὅτι σύ, ὅστις ἐκδέρεις, μὲ τὸν ἕνα ἢ μὲ τὸν ἄλλον τρόπον τὰ πρόβατα τοῦ Χριστοῦ, δὲν ἀνεβαίνεις μὲ ξένα δέρματα εἰς τὸν Παράδεισον· λάβε τὸ ἀπόφασιν· μὲ ξένα δέρματα δὲν ἀνεβαίνεις εἰς τὸν Παράδεισον. Ὦ Παράδεισε, εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα Χριστιανοί, δι’ ἕνα τόσον ὀλίγον πρᾶγμα νὰ χάσωμεν ἕνα τόσον μεγάλον καλόν! Ἕνα Παράδεισον διὰ μιᾶς ὥρας χαράν! Ὦ Παράδεισε, Παράδεισε! ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ σὲ κερδίσωμεν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ καταλάβωμεν.