Καὶ διατί; Διότι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα βλέπομεν, ἐκεῖνα θέλομεν· ὅταν ἀποθάνωμεν, νομίζομεν ὅτι τὰ ἐχάσαμεν ὅλα· διὰ τοῦτο πονοῦμεν, δακρύομεν, κλαίομεν. Ἀλλ’ ἡμεῖς εἰς τοῦτο δὲν κάμνομεν ὡς φρόνιμοι καὶ στοχαστικοὶ ἄνθρωποι, κάμνομεν ὡς μωρὰ καὶ ἀνόητα βρέφη. Ὅση διαφορὰ ὑπάρχει ἀπὸ τὴν κοιλίαν τῆς μητρός μας μέχρι τοῦ κόσμου τούτου, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ σκότος, ἕως τὸ φῶς τοῦτο, ἀπὸ τὴν στενὴν ἐκείνην φυλακήν, ἕως τὸ εὐρυχωρότατον τοῦτο θέατρον· καὶ μὲ ὀλίγα λόγια, ὅση διαφορὰ ὑπάρχει ἀπὸ ἐκείνην τὴν ζωήν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἐκεῖ μέσα σφαλισμένοι ἐννέα μῆνας, μὲ ταύτην τὴν ζωήν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἐδῶ ἔξω ἀναπνέοντες τόσους χρόνους, τόση διαφορὰ ὑπάρχει καὶ ἀσυγκρίτως ἀκόμη μεγαλυτέρα, ἀπὸ τοῦτον καὶ ἐκεῖνον τὸν κόσμον. Ἀπὸ τοῦτο τὸ σκότος τῆς χαμηλῆς Αἰγύπτου, εἰς ἐκεῖνο τὸ φῶς τῆς ἄνω Ἱερουσαλήμ· ἀπὸ ταύτην τὴν θλιβερὰν φυλακὴν τῆς δυστυχίας, εἰς ἐκεῖνο τὸ λαμπρότατον θέατρον τῆς δόξης· καὶ μὲ ὀλίγους λόγους, ἀπὸ ταύτην τὴν τρισάθλιον ζωήν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἐδῶ εἰς τὸν κόσμον πάντοτε παραπονούμενοι, πενῆντα ἢ ἑξῆντα χρόνους ἢ ὀλιγώτερον, ἕως ἐκείνην τὴν ἄλλην τὴν τρισόλβιον ζωήν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν ἐκεῖ εἰς τὸν Παράδεισον, μακαριζόμενοι εἰς αἰῶνας αἰώνων. Ἀπὸ τοῦτο δύνασθε νὰ ἐννοήσετε ὀλίγον τί εἶναι Παράδεισος; Ὄχι. Ὦ Παράδεισε! ἡμεῖς ἠμποροῦμεν νὰ σὲ κερδήσωμεν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ καταλάβωμεν.
Ἀλλὰ ποῖον νὰ ἐρωτήσωμεν νὰ μᾶς εἴπῃ τί εἶναι ὁ Παράδεισος; Ἂς ἐρωτήσωμεν δύο ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὸν εἶδον, ὀφθαλμοφανῶς· ὁ εἷς εἶναι ὁ Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστὴς καὶ ὁ ἄλλος ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Ὁ Ἰωάννης, φερμένος ἀπὸ ἕνα Ἄγγελον ἐπάνω εἰς ὄρος τι ὑψηλόν, βλέπει τὴν Ἁγίαν Πόλιν, τὴν οὐράνιον Ἱερουσαλήμ. Ἡ πόλις αὕτη εἶναι τετράγωνος, μεγάλη καὶ ὑψηλή. Δώδεκα αἱ θύραι της, ἑκάστη δὲ θύρα εἶναι καὶ εἷς μαργαρίτης. Ἐκεῖ δὲν εἶναι Ναὸς κτιστός, διότι εἶναι Ναὸς ἄκτιστος. Εἶναι αὐτὸς ὁ Θεὸς ὁ Παντοκράτωρ, τὸν ὁποῖον προσκυνοῦν οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ. Ἐκεῖ δὲν εἶναι ἥλιος, οὔτε σελήνη, διότι εἶναι τὸ ἀνέσπερον φῶς τῆς θείας δόξης, τὸ ὁποῖον φέγγει ἡμέραν καὶ νύκτα καὶ δὲν δύει ποτέ· «καὶ ἀπήνεγκέ με ἐν πνεύματι, ἐπ’ ὄρος μέγα καὶ ὑψηλὸν καὶ ἔδειξέ μοι τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἱερουσαλήμ, καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ» (Ἀποκ. κα’ 10). Ἀλλ’ αὕτη εἶναι μία εἰκόνα τοῦ Παραδείσου, τὴν ὁποίαν, ἂν ἐβλέπαμεν, ἐπληροφοροῦντο οἱ ὀφθαλμοί μας, ἀλλὰ δὲν ἐπληροφορεῖτο ὁ νοῦς μας.