ὅστις δὲν σέβεται τοὺς θεούς, νὰ λαμβάνῃ βίαιον θάνατον· λοιπὸν ὑπάκουσόν μου· ἄφες τὴν πλάνην αὐτήν, νὰ μὴ λάβῃς πῦρ καὶ πληγὰς καὶ ἄλλα φρικτὰ κολαστήρια». Λέγει ὁ Ἅγιος· «Εἴθε νὰ μὲ ἠξίωνεν ὁ Δεσπότης μου Χριστός, ὁ ἀληθὴς καὶ μόνος Θεός, νὰ βασανισθῶ διὰ τὴν ἀγάπην του, νὰ λάβω ἐπώδυνον θάνατον». Λέγει πάλιν ὁ ἔπαρχος· «Παρακαλῶ σε, Τρύφων, θυσίασον εἰς τοὺς θεούς, διότι βλέπω πῶς εἶσαι εἰς τὴν φρόνησιν τέλειος καὶ δὲν θέλω νὰ ἀποθάνῃς ἀσκόπως καὶ ματαίως». Τοῦ λέγει ὁ Ἅγιος· «Τότε μᾶλλον θὰ εἶμαι τέλειος, ἐὰν φυλάξω τὴν ὁμολογίαν τελείαν πρὸς τὸν Δεσπότην μου Χριστόν, νὰ γίνω πρὸς αὐτὸν θυσία ἄμωμος, καθὼς ἔπαθε καὶ Αὐτὸς δι’ ἐμέ».
Εἰς τὰς ἀπειλὰς ταύτας τοῦ ἐπάρχου, ὅτι θὰ τὸν βάλῃ εἰς πῦρ καὶ ἕτερα κολαστήρια, ἀπήντησεν ὁ Ἅγιος· «Σὺ με φοβερίζεις μὲ πῦρ, τὸ ὁποῖον σβύνεται γρήγορα καὶ τάχιστα ἀφανίζεται, ἐγὼ ὅμως σοῦ προαναγγέλλω τὸ πῦρ ἐκεῖνο τὸ ἄσβεστον τῆς αἰωνίου κολάσεως, εἰς τὸ ὁποῖον θέλεις κατακριθῆ νὰ καίεσαι ἀτελεύτητα καὶ νὰ ὀδύρεται ἀνωφέλευτα, ἐπειδὴ ἀφῆκες τὸν ἀληθῆ Θεὸν καὶ προσκυνεῖς ἀναίσθητα ξόανα. Μὴ χάνῃς λοιπὸν τὸν καιρόν σου ἀσκόπως μὲ ἀπειλὰς πυρὸς καὶ ἑτέρων προσκαίρων κολαστηρίων, διότι οἱ δοῦλοι τοῦ Θεοῦ δὲν φοβοῦνται ποσῶς τοῦτο τὸ πῦρ, ἀλλὰ ἐκεῖνο τὸ ἄσβεστον καὶ αἰώνιον. Πρᾶξε λοιπὸν ὅπως ὁρίζεις, διότι ἐγὼ δὲν ἀρνοῦμαι τὸν ἀληθῆ Θεόν, ἄν μοῦ δώσῃς καὶ μύρια κολαστήρια». Τότε προστάσσει ὁ τύραννος νὰ κρεμάσωσι τὸν Ἅγιον εἰς τὸ ξύλον, νὰ τὸν σπαθίζουσιν. Ἐκεῖνος δὲ ἐξεδύθη εὐθὺς μόνος, διὰ νὰ δείξῃ τῆς ψυχῆς τὸ πρόθυμον· ἐκαρτέρει δὲ σπαθιζόμενος ὥρας τρεῖς, ὡσὰν νὰ ἔπασχεν ἄλλος, χωρὶς νὰ ἐκβάλῃ οὐδεμίαν φωνήν, ὁ δὲ ἔπαρχος ἔλεγε· «Μετανόησον, Τρύφων, ἀπὸ ταύτην τὴν ὑπερηφάνειάν σου· προσκύνησον τοὺς θεούς, διότι ἐκεῖνος ὅστις ἐναντιοῦται εἰς τὰ βασιλικὰ προστάγματα λαμβάνει θάνατον ἐπώδυνον». Ὁ δὲ Ἅγιος ἀπεκρίθη· «Ὅστις δὲν φυλάξῃ τὸ σωτήριον τοῦ Θεοῦ θέλημα, μέλλει νὰ κατακριθῇ εἰς θάνατον ἀθάνατον, διότι αὐτὸς εἶναι μόνος, Βασιλεὺς οὐράνιος καὶ ὅστις τὸν ἀρνηθῇ, ζημιοῦται ζωὴν αἰώνιον». Λέγει ὁ ἔπαρχος· «Ἄλλος δὲν εἶναι οὐράνιος, εἰμὴ ὁ μέγας Ζεύς, ὁ υἱὸς τοῦ Κρόνου καὶ τῆς Ρέας· οὗτος εἶναι πατὴρ τῶν ἀνθρώπων καὶ τῶν ἄλλων θεῶν καὶ ὅστις ἀπειθήσῃ εἰς αὐτὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ ζήσῃ· λοιπὸν καὶ σὺ ὑποτάξου εἰς αὐτόν, διὰ νὰ ἀξιωθῇς νὰ ἔχῃς ζωὴν γλυκυτάτην πάντοτε».