ΒΑΡΛΑΑΜ ὁ Ἅγιος Μάρτυς ἦτο ἀπὸ τὴν Ἀντιόχειαν τῆς Συρίας· προβεβηκὼς δὲ ὢν τὴν ἡλικίαν καὶ τὸν Χριστὸν ὁμολογῶν παρέστη εἰς τὸν ἄρχοντα τῆς Ἀντιοχείας καὶ μὴ καταπεισθεὶς νὰ θυσιάσῃ εἰς τὰ εἴδωλα, ἐδάρη μὲ βούνευρα, ἔπειτα δὲ ἐξερρίζωσαν τοὺς ὄνυχάς του. Ὁδηγηθεὶς δὲ εἰς ἕνα βωμὸν τῶν εἰδώλων, διετάχθη βιαίως νὰ ἁπλώσῃ τὴν δεξιάν του, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἔθηκαν κάρβουνα ἀναμμένα καὶ θυμίαμα. Τοῦτο δὲ ἔκαμεν ὁ ἄρχων, διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν θὰ ὑπομείνῃ, ἀλλὰ θὰ ρίψῃ τὰ κάρβουνα μὲ τὸν λίβανον ἐπὶ τοῦ βωμοῦ τῶν εἰδώλων καὶ μὲ τοῦτο θέλει φανῆ ὅτι προσέφερε θυσίαν εἰς τὰ εἴδωλα. Ὅθεν ὁ τοῦ Χριστοῦ Ἀθλητὴς μὲ ἀνδρείαν μεγάλην ἵστατο ἄτρεπτος καὶ ἀκλόνητος χωρὶς νὰ κινήσῃ τὴν χεῖρά του, ἡ ὁποία ἀληθῶς ἐφάνη δυνατωτέρα τοῦ χαλκοῦ καὶ τοῦ σιδήρου, ἕως οὗ τὸ πῦρ καταφαγὸν τὴν σάρκα τῆς χειρός του καὶ ταύτην τρυπῆσαν, ἔπεσε μόνον κατὰ γῆς. Ἐπροτίμησε δὲ ὁ γενναῖος τῆς ἀληθείας ἀγωνιστὴς μὲ ἀνδρεῖον καὶ στερεὸν φρόνημα κάλλιον νὰ κατακαῇ ἡ χείρ του, παρὰ νὰ σαλεύσῃ αὐτὴν παντελῶς καὶ ἐκ τούτου νὰ φανῇ εἰς τοὺς ἀπίστους, ὅτι προσέφερε λίβανον καὶ θυσίαν εἰς τοὺς δαίμονας. Ὅθεν ἐν τῇ βασάνῳ ταύτῃ παραδίδει τὴν ψυχήν του εἰς χεῖρας Θεοῦ καὶ λαμβάνει παρ’ αὐτοῦ τοῦ Μαρτυρίου τὸν στέφανον.